Τρίτη, 14 Ιουνίου 2016

ΓΡΑΦΩ ΤΟ ΔΙΚΟ ΜΟΥ ΠΑΡΑΜΥΘΙ (1/2016)

ΕΝΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΑΠΟ ΧΑΡΤΙ ΚΑΙ ΘΑΛΑΣΣΑ

Μια φορά και έναν καιρό, κάπου μακρυά, δίπλα από μια κρυστάλλινη θάλασσα, υπήρχε, ένας λόφος. Πάνω στο λόφο στεκόταν ολομόναχο ένα πανύψηλο πεύκο. «Αχ… πόσο θα ήθελα να είμαι και εγώ ένα καραβάκι… Να ταξιδεύω ανέμελα στην θάλασσα…» σκεφτόταν συνεχώς το πεύκο καθώς αντίκριζε ασάλευτα τα καράβια που έπλεαν στην θάλασσα.
Οι μέρες περνούσαν. Η στεναχώρια του πεύκου γινόταν ολοένα και μεγαλύτερη.
Στην άλλη πλευρά της γης, ζούσε ένα κορίτσι, η μικρή Άννη. «Πόσο θα ήθελα να κάνω ευχές και να ταξιδεύουν σε όλο τον κόσμο» σκεπτόταν με μελαγχολία. Έψαχνε να βρει τρόπους για να πραγματοποιήσει το όνειρό της, μα τίποτα δεν  την ικανοποιούσε.
Ένα πρωί το δέντρο άκουσε φωνές. Δεν ήξερε τι συνέβαινε. «Εκεί είναι ένα δέντρο… το περιμένω κομμένο» άκουσε να λένε. Το δέντρο άρχισε να φοβάται. Ήθελε να τρέξει να σωθεί αλλά δεν μπορούσε. «Το όνειρό μου δεν θα πραγματοποιηθεί ποτέ» πέρασε μια στιγμιαία σκέψη και κοφτερή σαν μαχαίρι του χάραξε την καρδιά. Σε μερικά δευτερόλεπτα οι άνθρωποι έφτασαν. Ο κορμός του δέντρου κόπηκε. «Εργοστάσιο Χαρτοποιΐας» έγραφε πάνω το   τεράστιο φορτηγό. Πολύ γρήγορα το δέντρο βρέθηκε  στο φορτηγό και η διαδρομή ξεκίνησε.
Σε λίγη ώρα είχαν ήδη φτάσει στο εργοστάσιο. «Πρόσεχε! Θα λερωθείς από τον χυμό του δέντρου!» είπε ένας υπάλληλος σε έναν άλλον. Το δέντρο έκλαιγε μα κανείς δεν μπορούσε να το καταλάβει. Πίστευε πως όλα του τα όνειρα είχαν καταστραφεί.
Σε μερικές ώρες το πεύκο είχε γίνει χαρτί, είχε πακεταριστεί και την επομένη μόλις μέρα θα βρισκόταν στην αγορά. 
Μια βδομάδα αργότερα το κορίτσι, ύστερα από πολύ ψάξιμο βρήκε την λύση. «Θα φτιάξω ένα καραβάκι, θα γράψω πάνω όλες τις ευχές μου και θα το αφήσω να ταξιδέψει», σκέφτηκε. Η Άννη, ετοιμάστηκε αμέσως και έφυγε κατευθείαν για την αγορά.
Έφτασε στο κεντρικό βιβλιοπωλείο του χωριού. «Ψάχνεις για κάτι συγκεκριμένο μικρή μου;» ρώτησε ο βιβλιοπώλης . «Εμ… ναι. Ψάχνω για ένα πακέτο χαρτί», είπε. «Έλα… Πάρε αυτό», είπε ο βιβλιοπώλης δίνοντας της ένα πακέτο. «Λένε ότι το χαρτί αυτό έρχεται από πολύ μακριά… Σχεδόν από την άλλη πλευρά του κόσμου! Μάλιστα, φήμες λένε πως το δέντρο αυτό πριν γίνει χαρτί έκλαιγε.» Το κορίτσι κατασυγκινημένο πήρε το πακέτο με το χαρτί και πήγε σπίτι.
Δεν έχασε καθόλου χρόνο. Πήρε μια κόλλα και άρχισε να γράφει πάνω όλες τις αμέτρητες ευχές της. Όταν τελείωσε, το έκανε καραβάκι.
Το απόγευμα κιόλας η Άννη πήγε στην ακρογιαλιά. Κοίταξε για μια φορά το καραβάκι και το άφησε να φύγει.
Το καραβάκι ταξίδευε για μέρες, ώσπου έλιωσε, διαλύθηκε και έγινε με τον αφρό της θάλασσας. Οι ευχές του κοριτσιού ξεχύθηκαν στα αφρισμένα κύμματα και ταξίδεψαν στα πέρατα του κόσμου. «Τα όνειρά μου έγιναν πραγματικότητα…». Σκέφτηκαν και οι δύο ταυτόχρονα.

ΒΙΒΙΑΝΑ ΝΙΑΓΚΟΥ


ΣΣ. Το κείμενο αυτό αποτελεί εργασία της μαθήτριας στο πλαίσιο του μαθήματος της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας της Α' τάξης της καθηγήτριας Γεωργίας Αλειφέρη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου