Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2016

ΓΡΑΦΩ ΤΟ ΔΙΚΟ ΜΟΥ ΠΑΡΑΜΥΘΙ (4/2016)

ΜΑΘΗΜΑ ΖΩΗΣ

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα χαρούμενο κοριτσάκι, η Φιλιώ, που μεγάλωνε μέσα σε μια αγαπημένη και δεμένη οικογένεια. Έπαιζε ξένοιαστα με τ΄ άλλα παιδάκια, αγάπαγε τα λουλούδια απολάμβανε να διαβάζει ό,τι βιβλίο έπεφτε στα χέρια της.
Δυστυχώς όμως η ευτυχία της κόπηκε απότομα, όταν ένα πρωί, καθώς πήγαινε σχολείο, παρασύρθηκε από ένα αυτοκίνητο. Χτύπησε άσχημα στο κεφάλι και η κατάστασή της ήταν κρίσιμη. Για μια εβδομάδα βρισκόταν σε κώμα και οι γιατροί δεν έδιναν ελπίδες στους γονείς της. Έπειτα από μερικές μέρες η Φιλιώ άρχισε να συνέρχεται, γεγονός που γέμισε χαρά τόσο τους γονείς της όσο και τους γιατρούς. Όταν όμως ήρθε η στιγμή ν΄ ανοίξει τα μάτια της, όλα γύρω της ήταν μαύρα. Μόλις άρχισε να καταλαβαίνει ότι δεν έβλεπε, φώναξε έντρομη τους γονείς της, οι οποίοι έτρεξαν και την έκλεισαν στην αγκαλιά τους…
Τα χρόνια πέρασαν και η Φιλιώ έγινε μια όμορφη κοπέλα 17 ετών, η οποία όμως είχε χάσει το γέλιο και τον αυθορμητισμό των παιδικών της χρόνων. Με όλους ήταν ευγενική αλλά όσο και να προσπαθούσε δεν μπορούσε να είναι πρόσχαρη με κανέναν. Πολλοί ήθελαν την παρέα της χωρίς να τους νοιάζει ότι είναι τυφλή, όταν όμως με τον καιρό έβλεπαν ότι την περισσότερη  ώρα η Φιλιώ δεν ήταν μαζί τους αλλά κλεινόταν στον εαυτό της, απομακρύνονταν. Αυτό δεν  ενοχλούσε τη Φιλιώ, διότι εκείνη είχε μάθει να ζει με τις εικόνες που είχε στο μυαλό της από την παιδική της ηλικία και ένιωθε ότι η ζωή της είχε τελειώσει τότε, με το ατύχημα.
Μία μέρα οι γονείς της την πήγαν στην κλινική όπου έκανε τις προκαθορισμένες εξετάσεις της. Ο γιατρός της όμως έλλειπε και έτσι ανέλαβε να την εξετάσει ένας άλλος γιατρός, νεοδιόριστος στην κλινική, ο κύριος Νίκος. Ήταν ένας ευγενικός κύριος, νεαρός στην ηλικία από ότι διέκρινε ακούγοντας τον, η Φιλιώ. Όταν άπλωσε το χέρι της για να συστηθεί, ένιωσε ότι εκείνος της έδωσε κάτι που έμοιαζε με ρόπαλο. Μέχρι να καταλάβει τι γινόταν, ο κύριος Νίκος της εξήγησε ότι ήταν το πιο αγαπημένο αν και πληγωμένο κομμάτι του εαυτού του. Το είχε χάσει μικρός παίζοντας με κάτι κροτίδες και χρειάστηκε πολύς καιρός για να το ξεπεράσει. Αποφάσισε όμως ότι δεν έπρεπε να σταθεί εμπόδιο στη ζωή που τον περίμενε, γι΄ αυτό έμαθε να ζει μαζί του και ταυτόχρονα απολάμβανε αυτά που του πρόσφεραν τα υπόλοιπα μέλη του σώματός του. Έτσι μεγάλωσε, σπούδασε, τώρα πια δουλεύει κι έχει πολλούς φίλους. Τίποτα από αυτά δεν άξιζε να θυσιάσει για ένα κομμένο χέρι.
Η Φιλιώ γούρλωσε τα μάτια της σαν να βρήκε το φως της ξαφνικά. Τόσα χρόνια ήταν στο σκοτάδι αλλά γι΄ αυτό δεν έφταιγε το γεγονός ότι είχε χάσει το φως της. Έφταιγε το ότι δεν πάλεψε να ξεπεράσει  αυτό που της συνέβη και είχε μείνει προσκολλημένη πάνω του, λες και η ζωή είχε τελειώσει με την τύφλωσή της. Η ζωή όμως ήταν εκεί και την περίμενε όλα αυτά τα χρόνια. Τα λόγια του κυρίου Νίκου την έκαναν να τη δει και για πρώτη φορά μετά από καιρό το πρόσωπο της Φιλιώς φωτίστηκε από ένα ζωντανό και ζεστό χαμόγελο.

ΛΟΥΙΖΑ ΚΟΥΣΑΝΑ  

ΣΣ. Το κείμενο αυτό αποτελεί εργασία της μαθήτριας στο πλαίσιο του μαθήματος της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας της Α' τάξης της καθηγήτριας Γεωργίας Αλειφέρη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου