Κυριακή, 1 Απριλίου 2018

Καλή πρωταπριλιά

Περί αλήθειας
του Κώστα Γεωργουσόπουλου*


«Πολλά ήταν τα ψέματα που είπαμε ώς εδώ, ας πούμε και μια αλήθεια κι ας πέσει στο γιαλό» (Διονύσης Σαββόπουλος) 

Μέρα που είναι σήμερα, και για να τιμήσουμε το έθιμο, σκέφτηκα να ανατρέψω τον κανόνα και να αναφερθώ σε αλήθειες και μάλιστα σε ατράνταχτες αλήθειες για να μην ξεχνιόμαστε.
  

Α) Ύστερα από τόσες προσπάθειες που έγιναν από μανιακούς της γλώσσας (τόσο μανιακούς ώστε έφτασαν να εκφωνήσουν και να συντάξουν μανιφέστα, μπροσούρες, θεωρίες και μεθόδους διδασκαλίας των διαστροφικών τους απόψεων), φτάσαμε σήμερα να διαπιστώνουμε με χαρά πως η γλώσσα μας (προφορική και γραπτή, επιστημονική και λογοτεχνική, επαγγελματική και πολιτική) έχει ισορροπήσει, έτσι ώστε να χαιρόμαστε ελληνικά που έως πρόσφατα έπασχαν και ως λεξιλόγιο και ως γραμματική και ως σύνταξη. Τώρα η γλώσσα μας είναι πλούσια, αντλεί από τη μεγάλη δεξαμενή της διαχρονίας της, τιμά τον λόγο που καλλιέργησαν οι μεγάλοι δάσκαλοι του λόγου (από τον Σολωμό έως τον Ροΐδη, από τον Παπαδιαμάντη έως τον Τερζάκη, από τον Παλαμά ως τον Ελύτη και από τον Φώτο Πολίτη, τον Παπανούτσο και τον Δημαρά στον Μαρωνίτη, τον Βαγενά και τη Δημουλά). Τώρα πια κοιμόμαστε ήσυχοι πως τα παιδιά μας και τα εγγόνια μας έχουν εξασφαλίσει μέσω της άψογης εκπαιδευτικής και μεθοδικά σοφής πολιτικής, μια στέγη (για να θυμηθούμε και να ενθουσιαστούμε που πετύχαμε τον ορισμό του φιλοσόφου Χάιντεγκερ πως η γλώσσα είναι το «σπίτι του ανθρώπου»). Τώρα εξαφανίστηκαν και από τον προφορικό μας λόγο στην καθημερινότητα, αλλά και από τον γραπτό, είτε της δημοσιογραφίας - έντυπης και ηλεκτρονικής - είτε τον επιστημονικό και συχνά τον λογοτεχνικό, κάθε ξένη λέξη, κάθε αμετάφραστος όρος, ακόμη και κάθε επιφώνημα (πάνε πια τα άουτς, τα σόρι, τα πλιζ και τα σιχτίρ και τα μερσί).
Τώρα πια ο δάσκαλος, το σχολικό εγχειρίδιο, ο εκφωνητής των ειδήσεων, ο δημοσιογράφος και ο υπουργός Πολιτισμού και Παιδείας εκφέρουν ορθά τον ήχο των λέξεων και γνωρίζουν πλήρως το έτυμο, τη σημασία και τις αποχρώσεις του λόγου. 
Τώρα έχει πλέον θεωρηθεί ηλιθιότητα η θεωρία πως άλλο πράγμα η αρχαία ελληνική και άλλο πράγμα η νέα ελληνική γλώσσα και οι πάντες κολυμπούν γλωσσικά μέσα στον πλωτό ποταμό της ελληνικής γλωσσικής ιστορίας. 
Τώρα μιλάμε και γράφουμε σωστά ελληνικά και δεν ντρεπόμαστε, όπως δεν ντρεπόμαστε να αναχθούμε και στις γενέθλιες ιδιωματικές διαλέκτους μας, όπως δεν ντρέπεται ο 
Σκωτσέζος ή ο Βρετόνος ή ο Σικελός να χαίρονται την ντοπιολαλιά τους. Ο Πόντιος 
Διγενής, ο Κρητικός Ερωτόκριτος, ο Ζακύνθιος Ρονκάλας, ο Ρουμελιώτης Μπαρμπαγιώργος, ο Ηπειρώτης Σιούλας ο Ταμπάκος είναι η εύφορη γλωσσική μας ενδοχώρα. 
Τώρα πια δεν ντρεπόμαστε για τη γλωσσική μας Βαβυλωνία ώστε να χρειάζεται να γράφουμε και να μιλάμε μια κατασκευασμένη στα γραφεία του Κοραή ή του Ψυχάρη στο Παρίσι γλώσσα ακοινώνητη. 
Τώρα μιλάμε πεντακάθαρα ελληνικά. Γκέκε;
Β) Μια άλλη αλήθεια είναι ο καλλιτεχνικός μας πολιτισμός. Τώρα πλέον δεν αντιγράφουμε όπως παλιά τις ευρωπαϊκές, τις ασιατικές και τις αμερικανικές μουσικές, εικαστικές, λογοτεχνικές και θεατρικές μόδες. Τώρα ακούμε ήχους που έρχονται από τα βάθη των αιώνων θεμελιωμένους σε πανάρχαιους κανόνες ρυθμικών σχημάτων και μελωδικών γραμμών. Τώρα χαιρόμαστε και δεν σνομπάρουμε τους εκατοντάδες δημοτικούς κύκλιους χορούς που έρχονται να μας συναντήσουν στα πανηγύρια μας φορτισμένοι από τις αισχύλειες ορχήστρες και τους βυζαντινούς ύμνους εν χορώ και τυμπάνω.
Τώρα συνεχίζουμε την εικαστική σκυταλοδρομία από τον Πρίγκιπα των Ρόδων της μινωικής εποχής, στα αττικά αγγεία με τους σατύρους, τις εικόνες του Πανσέληνου, τα χρώματα του Παναγιώτη Ζωγράφου στα «Απομνημονεύματα» του Μακρυγιάννη, τον Θεόφιλο, τον Τσαρούχη, τον Τέτση, το Σόρογκα και από τους αρχαϊκούς κούρους στον Χαλεπά, στον Απάρτη, τον Ζογγολόπουλο έως τον Αλεξ Μυλωνά.  
Τώρα επιστρέφουμε με σεβασμό στα τραγικά και τα αριστοφανικά κείμενα και γνωρίζοντας μόνο (φεύ!) το ήθος και τη διάνοιά τους βρίσκουμε στην όψιν, στη μίμηση, στην όρχησιν, στη μουσική εκείνα τα Ανάλογα που αναδεικνύουν τη μεγάλη δραματική παρακαταθήκη. 
Πέταξε μακριά η εποχή που αγράμματα και επηρμένα μειράκια και μειρακιώδη γερόντια αποπατούσαν πάνω στον Αισχύλο και φορούσαν ζουρλομανδύα στην Αντιγόνη και πότιζαν μαριχουάνα τη Μήδεια. 
Η ποίηση ξαναγύρισε στα μεγάλα θέματα όπως οι «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» του Σολωμού, οι «Ωδές» του Κάλβου  
Ο «Δωδεκάλογος του Γύφτου» του Παλαμά, «Ο αλαφροΐσκιωτος» του Σικελιανού, «η Μάνα του Χριστού» του Βάρναλη, οι «Αλεξανδρινές μνήμες» του Καβάφη, το «Αξιον Εστί» του Ελύτη, τα συντροφικά ποιήματα του Αναγνωστάκη και ο «Τελευταίος σταθμός» του Σεφέρη, ο θρησκευτικός ερωτισμός του Παπατσώνη, η ειρωνεία του Καρούζου, η «Πάτμος» του Παπαδίτσα και η υπαρξιακή ερημία της Δημουλά.
Αρα ξεπεράσαμε την ιδιωτεία και την επιστροφή στο ποιητικό καβούκι. 
Γ) Τώρα τα πανεπιστήμιά μας έχουν αφοσιωθεί στη θεραπεία, τη λατρεία, τη θυσία της επιστήμης και οι αίθουσες διδασκαλίας είναι το καταφύγιο της νεωτερικότητας, την πρωτοτυπίας, της εμβάθυνσης στα μυστήρια της φύσης και του πνεύματος. 
Το μόνο άσυλο που προστατεύεται ως κόρη οφθαλμού είναι η ελευθερία της έρευνας και η τόλμη του καινούργιου. 
Πάει ανεπιστρεπτί η εποχή που οι αίθουσες, τα αμφιθέατρα, τα εργαστήρια ήταν κατασκηνώσεις αστέγων, μαγαζάκια ιδεολογικών ασυναρτησιών και πιο συχνά αποθήκες πυρομαχικών. Τώρα οι φιλοσοφικές σχολές απονέμουν πτυχία κλασικών σπουδών, νεοελληνικών, γλωσσολογίας, αρχαιολογίας, ιστορίας, παιδαγωγικών, ψυχολογίας, φιλοσοφίας, αλλά οι πτυχιούχοι αυτών των ειδικοτήτων δεν φτάνουν στο Καρπενήσι, την Αταλάντη, στο Κρανίδι, στην Αντίπαρο ως «πολυδύναμοι» δάσκαλοι και ο ομηριστής διδάσκει Υπαρξισμό, ο βυζαντινολόγος Σικελιανό, ο φιλόσοφος Ετυμολογικό και ο γλωσσολόγος Αγγειογραφία ή φορητές εικόνες της Μακεδονικής Σχολής. Τώρα Ιστορία στο σχολείο διδάσκει ΜΟΝΟ ιστορικός και Κάντιο μόνο πτυχιούχος Φιλοσοφίας. 
Δ) Τώρα στις 500 περίπου ετήσιες θεατρικές παραγωγές όλοι οι συντελεστές αμείβονται, θα συνταξιοδοτηθούν και δεν θα υποχρεωθούν λόγω οικονομικής στενότητας όπως στο παρελθόν, να διασκευάζουν τους κλασικούς, να μετατρέπουν πολυπρόσωπα έργα σε μονολόγους και να διανθίζουν τον Σοφοκλή με μαρξιστικά μανιφέστα και να παίζουν τα αστικά δράματα ως φάρσες, ούτε να υποκαθιστούν τα πρόσωπα του Τσέχοφ με φιγούρες του Καραγκιόζη, των κινουμένων σχεδίων και του τσίρκου. 
Τώρα δεν παίζεται η «Μήδεια», του Ευριπίδη ως Μποστ και η «Μήδεια» του Μποστ ως φιλοσοφικό δοκίμιο. Τώρα τα πάντα βαίνουν καλώς. Η αλήθεια λάμπει παντού και το ψεύδος πήγε περίπατο, υποσχόμενο πως θα ξαναγυρίσει με άλλο προσωπείο. 
Καλή πρωταπριλιά.
...........................................
*Ο Κώστας Γεωργουσόπουλος είναι φιλόλογος, αρθρογραφός, επιφυλλιδογράφος, θεατρικός κριτικός. Το κείμενο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» την 1η Απριλίου 2017.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου