Πώς θα ξεπεράσουμε τον φόβο της...
του Γεωργίου Μπαμπινιώτη*
Για πολλούς η γραμματική έχει, από τη φύση της, έναν σχολαστικό χαρακτήρα που την κάνει βαρετή και παράδειγμα ίσως μιας όχι ιδιαίτερα χρήσιμης γνώσης. Για άλλους πάλι αποτελεί τον «μπαμπούλα» της γλώσσας, το μάθημα που τους δυσκόλευε ή στο οποίο έκαναν τα περισσότερα λάθη.
Γενικότερα, η γραμματική προκαλεί σε πολλούς αμηχανία έως και απώθηση, συχνή δε είναι η ομολογία ενηλίκων που δηλώνουν «εγώ δεν έμαθα γραμματική στο σχολείο». Γι' αυτούς η λειψή γνώση τής γραμματικής συμπίπτει με λάθη στην ορθογραφία, με λάθη εκφραστικά, με λάθη στη σύνταξη ενός κειμένου και, γενικά, με κάθε μορφή γλωσσικών ελλείψεων ή αδυναμιών που έχουν. Υπάρχει δηλ. ένας διάχυτος φόβος για τη γραμματική (διογκώθηκε μάλιστα μετά την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση τού '76), που μπορεί να συγκριθεί με τον άλλο μεγάλο φόβο που έχουν πολλοί για τα μαθηματικά!
Ωστόσο, αν είναι πολλοί αυτοί που δυσκολεύονται να λύσουν και ένα απλό μαθηματικό πρόβλημα ή να υπολογίσουν κάτι σωστά, ελάχιστοι συγκριτικά είναι οι άνθρωποι σ' όλον τον κόσμο που δεν μπορούν να μιλήσουν τη γλώσσα τους (πλην παθολογικών περιπτώσεων) ασχέτως τού αν έχουν φοιτήσει ή όχι στο σχολείο. Αυτό σημαίνει όπως διδάσκει η γλωσσική επιστήμη ότι κάθε ανθρώπινο ον, από μόνη την επαφή του με το (γλωσσικό) περιβάλλον του και, πιθανότατα, από ορισμένες βιολογικά κληρονομημένες γλωσσικές καταβολές, έχει την ικανότητα να μαθαίνει και να μιλάει τη γλώσσα του. Έχει δηλ. ασυνείδητα εσωτερικεύσει και αφομοιώσει έναν μηχανισμό (γλωσσικούς κανόνες και λέξεις) με τον οποίο οργανώνει τη γλωσσική του επικοινωνία σε δομημένο λόγο, σε προτάσεις που έχουν λογικό νόημα και που συνέχονται μεταξύ τους νοηματικά, ώστε να απαρτίζουν ένα κατανοητό (προφορικό ή γραπτό) κείμενο. Με άλλα λόγια, όποιος μιλάει μια γλώσσα ξέρει, χωρίς να το έχει συνειδητοποιήσει, και τη γραμματική τής γλώσσας αυτής. Ξέρει δηλ. να παράγει και να καταλαβαίνει για να θυμηθούμε τον Noam Chomsky ένα άπειρο πλήθος νέων προτάσεων (που δεν έχει ίσως ξαναπεί ή ξανακούσει ο ίδιος), όπως μπορεί και να αναγνωρίζει χωρίς πάλι να συνειδητοποιεί πώς και γιατί κάθε γλωσσική πρόταση που «δεν λέγεται» στη γλώσσα του, που παραβιάζει ή προσκρούει στους κανόνες τής γραμματικοσυντακτικής δομής τής γλώσσας του («μαθητής ο αντίγραψα στις εξετάσεις γενικές» είναι μια «αντιγραμματική πρόταση» που θα αναγνωρίσει και θα απορρίψει κάθε φυσικός ομιλητής τής ελληνικής γλώσσας). Αρα, αν δεν γεννιόμαστε, τουλάχιστον μεγαλώνουμε γλωσσικά με γνώση τής γραμματικής που χρειαζόμαστε στην καθημερινή επικοινωνία μας. Αλλιώς, η ομιλία μας (προφορική και γραπτή) θα ήταν κυριολεκτικά αγνώριστη και ακατάληπτη, γεμάτη από λάθη, από φράσεις που «δεν λέγονται», όπως αυτές που ακούγονται (προκαλώντας γέλιο) από το στόμα ξένων οι οποίοι προσπαθούν να
μιλήσουν τη γλώσσα μας.
Μετά από αυτά που είπαμε, πώς εξηγείται και τι σημαίνει στην πράξη ο φόβος για τη γραμματική; Ποιος φοβάται τη γραμματική; Πρόκειται για πραγματικό πρόβλημα ή για μια ασυναίσθητη και εξωπραγματική αντίδραση; Ξέρουμε, τελικά, ή δεν ξέρουμε γραμματική; Κι έχει σχέση η γνώση μας αυτή με τον τρόπο που χρησιμοποιούμε τη γλώσσα μας και με την ποιότητα τής ομιλίας ή τού γραπτού κειμένου μας; Ας αποτολμήσουμε μια συνοπτική και, αναπόφευκτα, υπεργενικευτική απάντηση.

Αν όμως η γραμματική (με εξαίρεση το λεξιλόγιο) συμπίπτει με τη γλώσσα, πρέπει να μας απασχολήσουν δύο θέματα, αυτά ακριβώς που γεννούν και «τον φόβο τής γραμματικής»: η εκμάθηση και η εφαρμογή τής γραμματικής.
Το να μάθω τη γραμματική τής γλώσσας μου σημαίνει, στην πραγματικότητα, το να περάσω με τη διαδικασία τής διδασκαλίας τής γραμματικής από την ασυνείδητη γνώση τής γλώσσας που έχουμε όλοι σε μια περισσότερο ή λιγότερο συνειδητή γνώση των συστατικών, τής λειτουργίας και των μηχανισμών τής γλωσσικής επικοινωνίας. Να γιατί η γλώσσα, για να συνειδητοποιηθεί, δηλ. για να γίνει αντικείμενο βαθύτερης, ουσιαστικής και συνειδητής γνώσης, πρέπει να διδαχθεί όπως επιχειρείται ευτυχώς και στο σχολικό σύστημα τής χώρας μας με τη δομολειτουργική και επικοινωνιακή μέθοδο. Αρα χρειάζεται μια συστηματική δουλειά στο σχολείο από δασκάλους και φιλολόγους που γνωρίζουν ποια είναι η δομή και η λειτουργία τής γλώσσας και πώς διδάσκεται με τη μέθοδο που αναφέραμε. Χρειάζονται επίσης ανάλογα βιβλία διδασκαλίας τής γλώσσας (τα υπάρχοντα έχουν ανάγκη από σημαντική βελτίωση). Και χρειάζεται ως βιβλίο αναφοράς μια σύγχρονη γραμματική που θα έχει συνταχθεί μ' αυτό το πνεύμα και μ' αυτή τη μέθοδο.
Το κυριότερο είναι ότι η διδασκαλία τής γραμματικής πρέπει να εστιασθεί στο κείμενο και στη χρήση τής γλώσσας, στο να γίνουμε δηλ. ικανοί να παράγουμε και να κατανοούμε κείμενα, τον προφορικό και γραπτό μας λόγο. Κείμενα, όμως, που θα εξασφαλίζουν σε ικανοποιητικό βαθμό μια ποιότητα γλωσσικής επικοινωνίας, την αξιοποίηση των σημασιοσυντακτικών μηχανισμών τής Ελληνικής και του πλούσιου σε δηλωτικότητα λεξιλογίου της.
...............................
* Ο Γεώργιος Μπαμπινιώτης είναι καθηγητής Γλωσσολογίας της φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών του οποίου υπήρξε και Πρύτανης (2000-2006). Διετέλεσε υπουργός Παιδείας (2012).
Η επιφυλλίδα δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, στο ένθετο «Νέες Εποχές» στις 1 Αυγούστου 1999
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου