ΟΤΑΝ ΤΗΝ ΠΡΩΤΟΕΙΔΑ (ΤΗΝ ΣΗΜΑΙΑ ΜΑΣ)
του Παντελή Ι. Καψή*
Το χωριό που γεννήθηκα η «Αγία Παρασκευή» του Τσεσμέ, ήταν ένα ωραίο χωριό ξαπλωμένο αμφιθεατρικά στο βάθος ενός ευρύχωρου λιμανιού μέσα στον κόλπο των Ερυθρών. “Δεξιά τω εισπλέοντι». Όπως γράφανε οι γεωγραφίες του παλιού καιρού.
Ίσως αυτό το ευρύχωρο λιμάνι να ήταν από τις αφορμές που οι πιο πολλοί συγχωριανοί μου ήταν θαλασσινοί.
Και όπως μπορώ να βεβαιώσω ήτανε και είναι από τους καλύτερους θαλασσινούς του Αιγαίου Πελάγους.
Εξακόσια σπίτια είχε το χωριό μου και τα τριακόσια πάνω κάτω καΐκια μικρά και μεγάλα. Καραβόσκαρα, τρεχαντήρια, τσερνίκια, ανεμότρατες, περάματα…
Κάθε Κυριακή και κάθε γιορτή του λιμανιού μας ήταν χαρά θεού. Γιατί τα καΐκια που ήτανε μέσα φουνταριοσμένα, δικά μας και ξένα, υψώνανε στα πρυμιά των κατάρτια τις σημαίες των. Κάτι σημαίες με άλικο χρώμα και με ένα μισοφέγγαρο με άστρο στη μέση.
Κοκκίνιζε το λιμάνι. Πέρα ως πέρα.
Μεταχειρίζομαι τη λέξη ήτανε, γιατί το χωριό μου τώρα πια δεν υπάρχει. Τα σπίτια του γκρεμίστηκαν και οι κάτοικοι είναι σκορπισμένοι στα νησιά του Δυτικού Αιγαίου.
Είχε ένα σχολείο το χωριό μου με ένα δάσκαλο. Ήταν ένας νέος ωραίος άνδρας ο δάσκαλός μας και ονομαζότανε Ιωάννης Υψηλάντης. Εμείς όμως, οι μικροί μαθηταί του για πιο συντομία τον λέγαμε: Ο δάσκαλος ο Γιάννης. Πέθανε πριν από κάμποσα χρόνια στον Πειραιά σε βαθύτατο γήρας. Αιωνία του η μνήμη!
Τις ώρες του σχολείου, όταν ο δάσκαλος έκανε μάθημα στη μεγάλη τάξη εμείς οι μικρότεροι, όλοι παιδιά θαλασσινών, δεν κάναμε άλλη δουλειά παρά να σχεδιάζουμε αδιάκοπα επάνω στις πλάκες μας (αβάκια τις λέγαμε) καραβάκια και καϊκάκια με κατάρτια και πανιά και βάζαμε στο πίσω κατάρτι μια σημαιούλα. Βάζαμε πάντα το μισοφέγγαρο και το άστρο στη μέση. Ζωγραφίζαμε τις σημαίες που βλέπαμε να κυματίζουν στα κατάρτια των καϊκιών μας.
Μας μάθαινε και ύμνους, ο δάσκαλος ο Γιάννης. Θυμούμαι κάμποσους στίχους του πρώτου ύμνου που μας έμαθε να τραγουδούμε σε ένα συρτό μονότονο.
Άρχιζε έτσι:
Βασιλεύ των Βασιλέων,
Συ δοτήρ των αγαθών
Στήριξον επί του θρόνου,
Τον Σουλτάν Αβδούλ Χαμίτ κλπ.
Τον είχαμε βαρεθεί αυτόν τον ύμνο κι εμείς κι ο δάσκαλος, ώσπου μια μέρα μας λέγει: Σήμερα θα σας μάθω ένα νέο ύμνο. Προσέξτε. Τεντώσαμε όλοι τ' αυτιά μας και ο δάσκαλος ο Γιάννης αρχίζει να τραγουδά σιγανά με τη γλυκιά του φωνή:
Καράβι καραβάκι
που πας γιαλό γιαλό
Με γαλανή σημαία
και μ' αργυρό σταυρό
Άμα ακούσαμε εμείς τους πρώτους αυτούς στίχους του νέου μας ύμνου, ξαφνιαστήκαμε. Γύρισε, είδε ο ένας τον άλλο και με τις ματιές μας αναρωτιόμαστε: “Τι θα πουν αυτά τα λόγια; Κάποιο λάθος θα κάνει ο δάσκαλος. Σημαία γαλανή με αργυρό σταυρό εμείς ξέρουμε πως οι σημαίες είναι κόκκινες και έχουν στη μέση ένα μισοφέγγαρο με ένα άστρο”
Ο “πρωτόσκολος” ανέλαβε να ξεκαθαρίσει το ζήτημα και όταν ο δάσκαλος εσταμάτησε, σηκώνει το χέρι και λέγει:
- Υπάρχουν και σημαίες γαλανές με σταυρό αντί μισοφέγγαρο;
Ο δάσκαλος στάθηκε άφωνος, έρριξε μια ματιά στον πρωτόσκολο, ματιά που τότε νομίζαμε ότι είναι θυμωμένη ματιά. Τώρα βέβαια ξέρω τι εσήμαινε. Ύστερα, σηκώθηκε από την έδρα του, πήγε στο παράθυρο, κοίταξε καλά – καλά έξω σα να φοβότανε μην ακούσει κανένας εκείνα που θα μας έλεγε, ύστερα γύρισε, ξανακάθισε στην έδρα του και αρχίζει:
- Η σημαία με τα γαλανά χρώματα και με τον αργυρό σταυρό είναι η Ελληνική Σημαία!
Και παίρνοντας μια κιμωλία μας εζωγράφισε πάνω στο μαυροπίνακα μια Ελληνική Σημαία, χωρίς χρώματα βέβαια. Έπειτα αφού την έσβησε γρήγορα – γρήγορα άρχισε να μας μιλάει για την Ελλάδα με μια φωνή που έτρεμε, ενώ τα μάτια του ήταν βουρκωμένα έτοιμα να δακρύσουν. Για πρώτη φορά στη ζωή μου εκείνη τη μέρα άκουσα από το στόμα του δασκάλου μας ότι κι εμείς είμαστε Έλληνες!
- Δεν είμαστε ραγιάδες; Τον ρώτησε ο πρωτόσκολος.
![]() |
| Η Παναγία του Γουρνά που μετατράπηκε σε τζαμί |
Όση ώρα μιλούσε ο δάσκαλος μέσα στο σχολείου δεν ακουγότανε ούτε ανάσα.
Από τον πρωτόσκολο ίσαμε το μικρό του νηπιαγωγείου είχαμε τ' αυτιά μας τεντωμένα, τα μάτια μας ορθάνοιχτα και τα στήθη μας φουσκωμένα. Μια δυνατή φουρτούνα άρχιζε να σπαράζη τα σπλάχνα μας. Η ώρα να σχολάσουμε έφθασε, μα κανείς δεν κουνήθηκε από τη θέση του. Ούτε δάσκαλος, ούτε μαθηταί. Μόνον όταν πια βασίλεψε ο ήλιος βγήκαμε από το σχολείο και είμαστε άλλοι πια άνθρωποι.
Μέσα στα παιδικά μας στήθη είχε μπουκάρει ένας αέρας αλλιώτικος που έκανε τα πνευμόνια μας να φουσκώνουν υπερήφανα. Τα μάτια μας πήρανε μια ανέκφραστη λαμπάδα και τα μέτωπά μας σηκώθηκαν αγέρωχα απάνω. Ετελεσιουργήθη μια ανάτασις των ψυχών μας.
- Είμαστε Έλληνες! Είμαστε Έλληνες! Δεν είμαστε ραγιάδες. Λέγαμε ο ένας στον άλλον για να μη το ξεχάσουμε.
Ήταν η πρώτη μέρα που εκοινώνησα του Αχράντου Εθνικού Μυστικού Δείπνου! Και ότι συνέβαινε σε μένα, συνέβαινε και στους άλλους συνομηλίκους μου. Όταν μπήκα μέσα στο σπίτι μας, έπεσα στην αγκαλιά της μάννας μου και φιλώντας την, της φώναξα:
- Μανούλα μου είμαι Έλληνας. Δεν είμαι ραγιάς.
- Σώπα παιδάκι μου, μη φωνάζεις μη σ' ακούσει τ' αυτί του Αγαρηνού. Απαντούσε εκείνη και μ' έσφιγγε στοργικά στην αγκαλιά της.
Απαντούσε εκείνη και μ' έσφιγγε στοργικά στην αγκαλιά της.
Τις άλλες μέρες τα ίδια. Άμα τελείωνε το τακτικό μάθημα - και τελείωνε σύντομα- ο δάσκαλος ο Γιάννης μας μιλούσε για την Ελλάδα και για τους ήρωες του 21.
Μια μέρα που μας πήγε εκδρομή σε ένα ύψωμα του χωριού κι από εκεί δείχνοντάς μας το βορινό κάβο της Χίου μας είπε:
-Να, εκεί από πίσω είναι τα Ψαρά. Από κει ξεκίνησε μια νύχτα ο Κανάρης, πέρασε από το Διαπόρι και ήλθε στο λιμάνι της Χίου κι έκαψε με το πυρπολικό του το τρικούβερτο καράβι του Καπετάν Πασά.
Ε! Από τότε ύψωμα εκείνο του χωριού μας ήταν ο πιο αγαπημένος μας περίπατος. Τον κάναμε τακτικά και αγναντεύαμε από εκεί το πέλαγος περιμένοντας να ξαναβγούν από το Διαπόρι τα πυρπολικά και γυρίζαμε ύστερα τα βλέμματά μας προς το λιμάνι της Χίου προσδοκώντας να ξαναστράψει ο δαυλός του Κανάρη.
Και εξακολουθούσαμε να ζωγραφίζουμε στις πλάκες μας καραβάκια και καΐκια μα τώρα πια στη σημαίες των δε βάζαμε μισοφέγγαρα. Βάζαμε σταυρό.
Ένα πρωί καθώς έβγαινα από το σπίτι μου που ήταν στην παραλία για να πάω στο σχολείο είδα πως το λιμάνι ήταν πλημμυρισμένο από ένα ασυνήθιστο φως. Εκυριαρχούσε επάνω στα ήσυχα νερά του λιμανιού ένα γαλανό φέγγος. Ένα1 μεγάλο τρεχαντήρι φουντάριζε εκείνη την ώρα στη μέση του λιμανιού και στο πρημνιό του κατάρτι είδα να κυματίζει χαδιάρικα μια σημαία με γαλανά χρώματα. Δεν κρατήθηκα:
-Αυτή είναι! Η ελληνική σημαία!
Φώναξα δυνατά και καρφώθηκα στη θέση μου κοιτάζοντάς την με μια απέραντη στοργή, σαν νά' βλεπα κάποιο πολυαγαπημένο μου πρόσωπο που γύριζε από μακρινό ταξίδι.
Πόση ώρα στάθηκα εκεί καρφωμένος; Τα μάτια μου δεν μπορούσαν να ξεκολλήσουν από τη ξενικιά μπρατσέρα που είχε στο κατάρτι του τη γαλανή σημαία. Και όταν για κάποια στιγμή γύρισα να δω δίπλα μου είδα ότι όλα τα παιδιά του σχολειού με το δάσκαλο μαζί ήταν εκεί και όλοι έβλεπαν την κυανόλευκο βυθισμένοι σε μια βαθιά και θρησκευτική έκσταση.
Όσες φορές έφευγε για το ταξίδι του με το πλοίο του ο πατέρας μου πήγαινα την μητέρα μου ως την άκρη του λιμανιού κι εκεί στεκόμαστε και κουνούσαμε τα μαντήλια μας ίσαμε την ώρα που τα πανιά του πατρικού καϊκιού χανόντανε στο πέλαγος.
Γυρίζαμε ύστερα στο σπίτι με σφιγμένη καρδιά και με ψυχή λυπημένη.
Έτσι και τώρα ύστερα από δυο μέρες η ξενικιά μπρατσέρα - ήτανε από την Πάρο- σαλπάριζε για να φύγει, πήγαμε όλοι μαζί με το δάσκαλό μας ως την άκρη του λιμανιού - το Μπουνταράκι, τη λέγαμε- και αποχαιρετούσαμε την ελληνική σημαία που μας έφευγε και δεν φύγαμε απ' εκεί παρά μόνον όταν τα πανιά της Παριανής μπρατσέρας χαθήκανε μέσα στο γαλανό πέλαγος. Γυρίσαμε λυπημένοι στο σχολειό. Λυπημένοι γιατί μας έφυγε η Σημαία μας και για να μην την ξεχνούμε, για να μην ξεχνούμε τα χρώματά της αγοράσαμε όλοι από έναν Εβραίο γυρολόγο πραγματευτή άσπρες κόλλες και μπλε μολύβια και δος του και ζωγραφίζαμε καράβια με ελληνικές σημαίες. Και κάθε φορά μεγαλώναμε τις σημαίες ώσπου κατάντησε να είναι πιο μεγάλες από τα καράβια.
Και όσο πιο πολύ μεγαλώναμε τις σημαίες των καραβιών μας τόσο πιο πολύ μεγάλωνε μέσα στην ψυχή μας ο πόθος να μεγαλώσουμε μία ώρα αρχύτερα να μπούμε στα καΐκια των πατεράδων μας, να ταξιδέψουμε και περνώντας το μεγάλο κανάλι να φουντάρουμε σε λιμάνι ελληνικό να ξαναϊδούμε τη σημαία με τα γαλανά χρώματα και να πατήσουμε το άγιο χώμα της Ελλάδας. Της Ελλάδας μας.
.................................
Να η ιστορία της πρώτης γνωριμίας μου με την κυανόλευκόν.
,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,
* Ο Παντελής Ι. Καψής (1880-1963) ήταν δημοσιογράφος. Το αυτοβιογραφικό αυτό διήγημα δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Εμπρός» (σελίδα 5), στις 25 Μαρτίου 1948. Παράλληλα εκδόθηκε σε βιβλίο μαζί με άλλα διηγήματά του με τον τίτλο ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΑΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ από τις εκδόσεις Λογότυπο.
- Πρωτόσκολος ή Πρωτόσχολος: ο καλύτερος μαθητής κάθε τάξης, που βοηθούσε στη διδασκαλία των άλλων μαθητών. Η λέξη έγινε γνωστή το 1796







Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου