ΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ ΠΟΥ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ
Στα 12. Τετάρτη. Είχα γυρίσει από το σχολείο και έκανα μαθηματικά στο τραπέζι της κουζίνας. Ο μπαμπάς ήταν στο νοσοκομείο "για κάτι εξετάσεις". Έτσι μου είχαν πει. Οι μεγάλοι λένε ψέματα όταν φοβούνται περισσότερο από σένα.
Η μαμά ήταν στο σαλόνι. Μιλούσε ψιθυριστά στο τηλέφωνο με τη θεία. Εγώ έλυνα εξισώσεις και προσποιούμουν ότι δεν άκουγα. Ότι δεν καταλάβαινα.
Μέχρι που χτύπησε το σταθερό. Εκείνο το παλιό, με το ενοχλητικό κουδούνισμα που τρυπούσε το σπίτι.
Η μαμά το σήκωσε. "Ναι;... Μάλιστα... Κατάλαβα."
Τρεις λέξεις. Μόνο τρεις λέξεις. Και μετά σιωπή.
Δεν έκλαψε. Δεν ούρλιαξε. Το ακουστικό γλίστρησε από το χέρι της και έπεσε στον καναπέ με έναν ήχο υπόκωφο. Έμεινε να κοιτάει τον τοίχο. Άδεια.
Εγώ πάγωσα πάνω από το τετράδιο. Το στυλό μου άφησε μια μεγάλη μπλε μουτζούρα στη σελίδα. Και τότε το κατάλαβα. Όχι με λόγια. Με το στομάχι. Με ένα σφίξιμο που ανέβηκε μέχρι τον λαιμό και δεν με άφησε να αναπνεύσω.
Δεν τα κατάφερε.
Ο μπαμπάς δεν θα γύριζε σπίτι. Δεν θα μου έλεγε "τι κάνουμε, μαθηματικέ μου;" Δεν θα μου έφερνε κουλουράκι το Σάββατο. Τέλος.
Θυμάμαι ότι σηκώθηκα. Τα πόδια μου έτρεμαν, αλλά σηκώθηκα. Πήγα δίπλα της. Δεν την αγκάλιασα. Δεν ήξερα πώς. Απλώς στάθηκα. Και εκείνη τη στιγμή, στα 12 μου, κατάλαβα ότι από εδώ και πέρα έπρεπε να στέκομαι. Για μένα. Για εκείνη. Γιατί δεν γινόταν αλλιώς.
Δεν θυμάμαι τις μέρες που ακολούθησαν. Θυμάμαι μόνο ότι συνέχισα. Πήγα σχολείο. Έγραψα διαγώνισμα την επόμενη εβδομάδα. Γέλασα σε ένα αστείο ενός συμμαθητή ένα μήνα μετά και ένιωσα ενοχές που γέλασα.
Τώρα είμαι στην Πρώτη Λυκείου. Τρία χρόνια μετά.
Κάποιες φορές, όταν χτυπάει ένα τηλέφωνο απότομα, η καρδιά μου χάνει έναν χτύπο. Γυρίζω πίσω σε εκείνη την Τετάρτη. Σε εκείνη τη μουτζούρα στο τετράδιο των μαθηματικών.
Αλλά έμαθα κάτι. Όταν η ζωή σου χτυπάει το τηλέφωνο και σου λέει το χειρότερο νέο, έχεις δύο επιλογές: να μείνεις να κοιτάς τον τοίχο για πάντα, ή να σηκωθείς.
Εγώ σηκώθηκα τότε. Και σηκώνομαι κάθε μέρα από τότε. Όχι γιατί είμαι δυνατή. Γιατί έτσι μου έμαθε εκείνος, χωρίς να προλάβει να μου το πει: Όταν σου πέφτει ο κόσμος, τον κοιτάς, του κλείνεις το μάτι, και παίρνεις άλλον.
Και συνεχίζεις.
ΤΖΩΡΤΖΙΝΑ ΑΝΤΩΝΙΑΔΗ



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου