Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2026

Αποκριάτικο διήγημα

 ΠΙΟ ΚΑΛΑ ΕΝΑ ΓΑΔΑΡΟ
του Δημήτρη Μαρτίνου*

Ἔβγα στὸ παραθύρι σου ἡ μέρα γιὰ νὰ φέξει
τὸ πρόσωπό σου σὰ θὰ δεῖ, ὁ ἥλιος θὰ ζηλέψει.

Κόντευε νὰ ξημερώσει κι ὁ Μῆτσος ὁ Κακοβέσουλος, μαζὶ μὲ τὸν φίλο του τὸ Γιώργη τὸ Μανώλια, τραγουδοῦσαν μὲ ὅλη τὴ δύναμη τῆς φωνῆς τους κάτω ἀπὸ τὸ παράθυρο τῆς Ἀννούσας.  Μέσα στὸ σπίτι ἡ Ἀννούσα τῆς καπτα-Βασίλαινας ἔβραζε ἀπὸ τὸ κακό της.
«Ἀκοῦς ἐκεῖ, νὰ μὲ κάνει ρεζίλι στὴ γειτονιά! Ποιός; Ὁ Κακοβέσουλος!»

Ἀπὸ βραδὺς οἱ δυὸ τραγουδιστᾶδες γλεντοῦσαν μὲ τὴν παρέα τους στὸ μαγαζὶ τοῦ Σταματάκη. Ἔπαιζε ὁ Πατέστος ὁ Τσαμπουνιάρης· ἤτανε Τσικνοπέμτη καὶ – ὅπως πάντα τὶς Ἀπόκριες –  ἡ τσαμπούνα εἶχε  τὴν τιμητική της. Τὸ διαλύσανε πρίν τὸ ξημέρωμα καὶ στὸ δρόμο, λίγο πρὶν χωρίσουν, ὁ Μῆτσος ἔριξε τὴν ἰδέα:
«Πᾶμε γιὰ πατινάδα;»
«Ἔτσι, χωρὶς ὄργανα;» ρώτησε ὁ Γιώργης.
«Ἔτσι. Τί ἀνάγκη ἔχουμε; Ἂς εἶναι καλὰ οἱ φωνές μας», ἀπάντησε ὁ Μῆτσος.
Εἶδαν τὶς γρίλιες νὰ φωτίζονται καὶ προχώρησαν – μὲ  πιὸ μεγάλη ζέση – στὸ τσάκισμα[1]:
Ἔβγα στὸ παραθύρι ποὺ τσαλαπετεινοὶ
γλυκολαλοῦν καὶ λένε «ξύπνα μελαχροινή».
Δὲν εἶχαν καλὰ-καλὰ τελειώσει καὶ τὸ παράθυρο ἄνοιξε διάπλατα, φωτίζοντάς τους μὲ τὸ ἀσθενικὸ φῶς ἀπὸ τὸν ἠλεκτρικό γλόμπο τοῦ δωματίου. Ἀμέσως μετὰ ἦρθε ἡ ψυχρολουσία ἀπὸ τὸ νερὸ τοῦ κουβᾶ ποὺ ἄδειασε ἀπάνω τους ἡ Ἀννούσα, μαζὶ μὲ τὶς βρισιές ποὺ τοὺς ἔλουσε.
Τὸ Μῆτσο πιὸ πολὺ τὸν πείραξαν τὰ τελευταῖα λόγια της πρὶν κλείσει τὸ παράθυρο:
«Ἀκοῦς ἐκεῖ! Νὰ πάρω τὸν Κακοβέσουλο! Ἄλλο καὶ δὲν ἤτανε! Πιὸ καλὰ ἕνα γάδαρο!»
Ἡ Ἀννούσα, μεγαλοκοπέλα κοντὰ στὰ σαράντα, ζοῦσε μοναχή της στὸ μεγάλο, δίπατο σπίτι τοῦ πατέρα της,  τοῦ καπτα-Βασίλη, ποὺ χάθηκε μὲ τὴ μπρατσέρα του κι ὅλο τὸ πλήρωμα – πέντε ψυχὲς – ἀφήνοντάς την ὀρφανὴ στὴν κούνια. Ἡ μάνα της –  ὅλοι καπτα-Βασίλαινα τὴ λέγανε, λὲς καὶ δὲν εἶχε ὄνομα δικό της – δὲν ξαναπαντρεύτηκε, οὔτε ἔβγαλε τὰ μαῦρα μέχρι ποὺ πέθανε.
Εἶναι ἀλήθεια πὼς δὲν τοὺς ἔλειψε τίποτα, τοὐλάχιστον μέχρι τὴν Κατοχή. Ὁ μακαρίτης τοὺς εἶχε ἀφήσει ἀρκετὰ λεφτά. Ὁλόκληρη τὴ σιρμαγιά[2] του τὴ φύλαγε στὸ βαρθαλαμίδι[3] τῆς κασέλας· μαζί του ἔπαιρνε μόνο τ᾿ ἀπαραίτητα γιὰ τὰ ἔξοδα τοῦ ταξιδιοῦ. Τότε  ἡ ληστεία ἦταν στὰ πάνω της σὲ στεριὰ καὶ θάλασσα. Μπορεῖ ὁ πολὺς κόσμος νά ᾿ξερε τὰ ὀνόματα τῶν ληστῶν τοῦ βουνοῦ, τοῦ Γιαγκούλα, τοῦ Γκαντάρα ἢ τοῦ Τζατζᾶ4, ἀλλὰ καὶ στὴ θάλασσα παραμόνευαν κάμποσοι ληστοπεράτες. Ἔτσι λέγανε τότε τοὺς ληστοπειρατές.
Στὴν Κατοχὴ ζορίσανε τὰ πράματα γιὰ τὴ χήρα καὶ τὴν κόρη της. Τὰ λεφτὰ ξεφτιλιστήκανε κι εὐτυχῶς ποὺ εἴχανε μερικὰ χωραφάκια ἀπὸ τὴν προίκα τῆς καπετάνισσας. Τὰ δώσανε μισιακὰ καὶ δὲν πέθαναν ἀπὸ τὴν πείνα. Βέβαια, κατὰ τὸ τέλος τῆς Κατοχῆς, ἀναγκάστηκαν νὰ πουλήσουν τὰ χρυσαφικά της. Ὅμως τσαπὶ καὶ δρεπάνι δὲν ἔπιασαν. Ὄχι πὼς ἦταν ἀκαμάτρες· ὅλη μέρα ὑφαίνανε στὴ κρεβαταριά καὶ τὸ βράδυ ἔκαναν νυχτέρια κεντώντας τὰ προικιὰ τῆς Ἀννούσας. Μονάχα, νά, τὶς ξωτάρικες δουλειὲς δὲν τὶς καταδέχονταν.
Μ᾿ αὐτὰ τὰ μεγαλοπιάσματα ἔμεινε στὸ ράφι ἡ Ἀννούσα – ὁ ἕνας ἦταν ἄσκημος, ὁ ἄλλος παρακατιανὸς – κι ἔφτασε, κοντὰ στὰ σαράντα της πιά, νὰ κεντᾶ καὶ νὰ ὑφαίνει τὶς προῖκες ἀλλωνῶν. Γιατὶ τεχνίτρα ἦταν πρώτη.
Ὁ Μῆτσος κόντευε κι αὐτὸς τὰ σαράντα, ἀλλὰ δὲν εἶχε καταφέρει νὰ βρεῖ γυναίκα. Καλὸ παιδί, δουλευτής καὶ γλετζές· ὅλοι τὸν θέλανε στὶς παρέες γιὰ τὰ στιχάκια ποὺ σκάρωνε στὸ λεπτό. Ἕνα κουσοῦρι μονάχα εἶχε· τὴν ἀσκήμια του. Γι᾿ αὐτὸ κι ὁ γερο-Νικολὸς ὁ χηρευάμενος τὸν ἔβγαλε Κακοβέσουλο, παναπεῖ κακοσούλουπο, κακοφτιαγμένο.
Ὁ γερο-Νικολὸς εἶχε χηρέψει δυὸ φορές κι ἔψαχνε γιὰ τρίτη γυναίκα. Μὰ δὲν τὸνε ζύγωνε καμιά. Δὲν τοῦ ᾿χε βγεῖ ἄδικα τ᾿ ὄνομα· φαρμακοβιόλης, τὸ πιὸ σεμνό. Κι αὐτὸς δουλειὰ δὲν εἶχε κι ἔβγαζε παρατσούκλια στὸν κόσμο.
Ἡ ἀλήθεια εἶναι πὼς οὔτε τοῦ Μήτσου τοῦ πολυάρεσε ἡ Ἀννούσα. Σιτεμένη ἤτανε, εἶχε καμπουριάσει ἀπὸ τὸ σκύψιμο στὴ βελόνα, εἶχε καὶ μιὰ στιφάδα στὸ πρόσωπο καὶ στὸ φέρσιμο· σὰ νὰ τῆς ἔφταιγε ὁ κόσμος γιὰ ὅσα τὴ βρῆκαν. Τί νὰ κάνει ὅμως ποὺ δὲν ἔβρισκε καμιὰν ἄλλη κοντὰ στὴν ἡλικία του. Γι᾿ αὐτὸ ἔβαλε προξενήτρα νὰ πάει νὰ τῆς μιλήσει. Ἡ Ἀννούσα οὔτε νὰ τ᾿ ἀκούσει. Ἡ προξενήτρα τοῦ τό ᾿φερε πιὸ μαλακά:
«Δὲ μπορεῖ, ἔχει τὸ πένθος τώρα» – εἶχε πεθάνει ἡ μάνα της πρὶν ἀπὸ κάτι μῆνες – «νὰ ξεπενθήσει καὶ θὰ δοῦμε».
Μετὰ τὰ δίχρονα ὁ Μῆτσος ξανάστειλε τὴν προξενήτρα, ἡ Ἀννούσα τὰ ἴδια καὶ χειρότερα, ὅμως ἡ προξενήτρα τοῦ τά μαλάκωνε πάλι:
«Κάνει τὴ δύσκολη, μὰ ἐσὺ ἔχεις τὸν τρόπο σου. Καλόπιασέ την, πές της κανένα στιχάκι ἀπ᾿ αὐτὰ τὰ ὄμορφα ποὺ φτιάχνεις καὶ κάτι θὰ γίνει».
Οἱ δυὸ φίλοι τὸ φυσοῦσαν καὶ δὲν κρύωνε. Τόσο γιὰ τὴν ψυχρολουσία χειμωνιάτικα, ἀλλὰ πιὸ πολὺ γιὰ τὰ λόγια τῆς Ἀννούσας. Αὐτὸ τὸ «πιὸ καλὰ ἕνα γάδαρο» δὲν μποροῦσαν νὰ τὸ καταπιοῦν μὲ τίποτα. Ἰδιαίτερα ὁ μικρός, ὁ Μανώλιας, ἔλεγε καὶ ξανάλεγε:
«Ἀκοῦς ἐκεῖ! Νὰ μᾶς πεῖ τέτοια κουβέντα! Κρίμας τὰ παινέματα· ποὺ δὲν τ᾿ ἀξίζει κιόλας. Ὄχι τίποτ᾿ ἄλλο, θὰ μᾶς πιάσουνε στὸ στόμα τους καὶ οἱ κουτσομπόλες τοῦ χωριοῦ.»
Καὶ συνέχισε:
«Ἔμ, κι αὐτὸς ὁ πρόεδρος τί τό ᾿θελε κι ἔφερε τὸ νερὸ μέσ᾿ τὸ χωριό; Ἄμα τὸ κουβαλοῦσε ἡ προκομένη μὲ τὸ σταμνί ἀπὸ τὴ Κατώβρυση, ὅπως παλιά, δὲ θ᾿ ἄδειαζε ἀπάνω μας κοτζά μου ντενεκὲ τοῦ πετρελαίου[5]».
Ὁ Γιώργης ἤτανε καμιὰ δεκαπενταριὰ χρόνια πιὸ μικρὸς ἀπὸ τὸ Μῆτσο, ἀλλὰ εἴχανε γίνει μακαντάσηδες[6] πρὶν ἀπὸ κάμποσα χρόνια, στὰ τέλη τῆς δεκαετίας τοῦ ᾿50. Τότε ποὺ ὁ μικρὸς ἄρχισε νὰ βγαίνει στὴν τρυφερίτσα[7]. Ἔβαλε μακρὺ παντελόνι – ἀποφόρι τοῦ πατέρα του, ποὺ  ἡ μάνα τοῦ τὸ κόντυνε καὶ τὸ μάζεψε στὴ μέση – κι ἄρχισε νὰ καπνίζει στὰ κρυφά. Τὰ τσιγάρα τά ᾿κρυβε σ᾿ ἔνα χάλασμα κοντὰ στὸ σπίτι τους, σὲ μιὰ τρύπα στὸν τοῖχο. Ὁ Μῆτσος περνοῦσε τυχαῖα, τὸν εἶδε νὰ τὰ κρύβει καὶ τὰ πῆρε· πιὸ πολὺ γιὰ πλάκα. Τὸ ἄλλο βράδυ ὁ μικρὸς τά ᾿ψαξε καὶ δὲν τὰ βρῆκε. Κι ἄλλαξε κρυψώνα.
Ὁ Μῆτσος ξαναπῆγε στὴν πρώτη κρυψώνα, ἀλλὰ τσιγάρα δὲν βρῆκε. Ὅταν κατέβηκε στὴν ἀγορά, συνάντησε τὸν μικρὸ στὸ βραδυνὸ σουλάτσο.
«Ρὲ βλάμη[8], τί ἔγινε;» τοῦ ᾿πε γελώντας, «τό ᾿κλεισες ἐκεῖνο τὸ περίπτερο;» καὶ τὸν πῆρε νὰ τὸν κεράσει στὸν καφενὲ τοῦ Μανωλιοῦ.
«Μὴν ξαναγοράσεις τσιγάρα», τὸν συμβούλεψε, «εἶναι κακὸ συνήθειο. Ὅποτε θές, θὰ σὲ κερνῶ ἐγώ.»
Ἀπὸ τότε γίνανε φίλοι, παρὰ τὴ διαφορὰ τῆς ἡλικίας. Ὁ μικρὸς ἤτανε πειραχτήριο καὶ τοῦ ἄρεσε νὰ κάνει πλάκες, καμιὰ φορὰ χοντρές. Ὁ Μῆτσος θύμωνε, τοῦ κρατοῦσε μοῦτρα γιὰ καναδυὸ μέρες, ἀλλὰ στὸ τέλος τὸ ξεχνοῦσε. Καὶ γελοῦσαν μαζί, ὅποτε τοῦ τὰ θύμιζε ὁ μικρός.
Ὅπως ἐκεῖνο τὸ βράδυ ποὺ ὁ μικρὸς, γυρίζοντας στὸ χωριό, πέρασε ἀπὸ τὸ χωράφι τοῦ Μήτσου καὶ τὸν εἶδε νὰ ξεθυμαίνει σὲ μιὰ προβατίνα τοῦ Θοδωρῆ, τοῦ γείτονά του. Ἔτσι βολεύονταν οἱ πιὸ πολλοί. Οὔτε ὁ πρῶτος ἤτανε,  οὔτε ὁ τελευταῖος.
«Ρὲ σύ, κοίτα μὴν τὸ πεῖς σὲ κανένα καὶ μὲ κάνεις ρεζίλι», τοῦ ᾿πε ὁ Μῆτσος.
Τὴν ἄλλη μέρα, στὴ βραδυνή τους βόλτα στὸ χωριό, συνάντησαν τὸ Θοδωρῆ. Ὁ μικρὸς δὲ χασομέρησε.
«Καλησπέρα, μπαρμπα-Θοδωρῆ, ἀπὸ ᾿δῶ ὁ γαμπρός σου!»
Τὸ παρανόμι τοῦ τό κόλλησαν τοῦ μικροῦ ἀπὸ τὴ Μανώλια[9], ἕνα τραγοῦδι μὲ τὸν Ἀγγελόπουλο. Τὸ πρωτάκουσε στὸ γραμμόφωνο τοῦ Σταματάκη καὶ μετὰ δὲν τὸ χόρταινε. Τρύπησε ἡ πλάκα ἀπὸ τὸ παῖξε-παῖξε. Καὶ τοῦ ᾿μεινε: Μανώλιας· σκέτο, χωρὶς τὸ Γιώργης. Μέχρι ποὺ κάποιοι τοῦ ᾿λεγαν χρόνια πολλὰ – γιὰ τ᾿ ὄνομά του – τὰ Χριστούγεννα!
Τὸ Κρεατινὸ Σάββατο μαζεύτηκαν πάλι μὲ τὴν παρέα τους στὸ μαγαζὶ τοῦ Σταματάκη. Μὲ τσαμπούνα – ἔπαιζε ὁ Πατέστος – τουμπάκι καὶ λαοῦτο. Φίσκα τὸ μαγαζὶ· οἱ ἄντρες νὰ τρῶνε καὶ νὰ πίνουν στὰ τραπέζια καὶ οἱ γυναῖκες – μικρές καὶ μεγάλες, παντρεμένες καὶ λεύτερες – νὰ στριμώχνονται στὰ παράθυρα καὶ στὶς πόρτες τοῦ μαγαζιοῦ. Οἱ μικρές γιὰ νὰ τὶς δοῦν οἱ νέοι καὶ νὰ τὶς χορέψουν καὶ οἱ μεγάλες γιὰ νὰ δοῦν ποιὸς θὰ χορέψει ποιὰν καὶ νὰ κουτσομπολέψουν.
Ἦταν ὅλοι στὸ τσακίρ κέφι καὶ τραγουδοῦσαν· κι ὅσοι ἔπαιρναν σειρά, χόρευαν μὲ τὶς ντάμες ποὺ περίμεναν στριμωγμένες στὶς πόρτες καὶ στὰ παράθυρα. Τρία ζευγάρια σὲ κάθε χορό· ἦταν πολλὰ τὰ τραπέζια καὶ λίγος ὁ χῶρος ποὺ περίσσευε – ἀνάμεσά τους – γιὰ χορό.
Μονάχα ὁ Κακοβέσουλος μὲ τὸ Μανώλια δὲν ἔδειχναν νὰ τὸ διασκεδάζουν καὶ τόσο. Πιὸ πολὺ σιγοκουβέντιαζαν μεταξύ τους, ἐνῶ – ποῦ καὶ ποῦ – τσούγκριζαν τὰ ποτήρια μὲ τοὺς ὑπόλοιπους ἢ τραγουδοῦσαν μαζί τους.
Ξαφνικὰ ἔγινε σούσουρο στὴν πόρτα, οἱ γυναῖκες παραμέρισαν καὶ πέρασε μέσα στὸ μαγαζὶ ἕνα ζευγάρι. Ντυμένοι μοντέρνα, ἀθηναίικα, ξεχώριζαν σὰν τὴ μύγα μέσ᾿ στὸ γάλα. Ἀντάλλαξαν μπόλικες χαιρετοῦρες μὲ τοὺς πιὸ κοντινοὺς καὶ χαμόγελα κι εὐχὲς μὲ τοὺς ὑπόλοιπους. Τὸ βλέμμα τῆς γυναίκας σταμάτησε γιὰ λίγο στὸ Μανώλια καὶ τὸ χαμόγελό της γλύκανε πιὸ πολύ. Ἡ καρδιά του πετάρισε γιὰ λίγο, μὰ ξαναβρῆκε τὴν ψυχραιμία του καὶ ἀνταπόδωσε τὶς εὐχές μεγαλόφωνα.
«Καλωσορίσατε καὶ καλές Ἀπόκριες!»
Ἦταν τὸ Φροσάκι, ἡ παλιά του ἀγάπη, μὲ τὸν ἄντρα της, τὸν Ἄγγελο.
Εἶχαν περάσει ἕξι χρόνια ἀπὸ τότε. Ἐκεῖνος περπατοῦσε στὰ εἴκοσι κι ἐκείνη στὰ δεκαεφτά. Κοντούλα, μὲ σταράτο δέρμα, ἀμυγδαλωτὰ μάτια καὶ τὰ μαλλιὰ πλεγμένα σὲ χοντρὴ πλεξούδα· στὸ χρῶμα τοῦ μελιοῦ, ὅπως τὰ μάτια της.
Καὶ δὲν ἦταν ὁ μόνος ποὺ τὴν ἀγαποῦσε. Οἱ πιὸ πολλοὶ νέοι τοῦ χωριοῦ ἦταν θαμπωμένοι ἀπὸ τὴν ὀμορφάδα καὶ τὴν τσαχπινιά της. Δὲν περνοῦσε Σαββατοκύριακο χωρὶς πατινάδα στὸ σπίτι της. Οἱ πρωτοξάδερφοί της ἦταν περιζήτητοι στὶς παρέες ποὺ ἔβγαζαν βιολιά. Βλέπεις, ἕνας πρῶτος ξάδερφος εἶχε τὸ ἐλεύθερο νὰ πάει τὰ βιολιὰ στὸ σπίτι της. Οἱ γονεῖς ἤξεραν τί γίνεται, ποιὸς ἐνδιαφέρεται γιὰ τὸ κορίτσι, ἀλλὰ ἔκαναν πὼς δὲν τὸ καταλάβαιναν. Ἔτσι γινόταν τὸτε. Πόσοι καὶ πόσοι γάμοι δὲν ἔγιναν ἀπὸ τὶς πατινάδες. Γι᾿ αὐτὸ οἱ γονεῖς καλοδέχονταν τοὺς πατιναδολόγους, τοὺς κερνοῦσαν κρασὶ καὶ μεζὲ ἀπὸ τὰ βρισκούμενα καὶ γλεντοῦσαν μαζί τους. Τὸ Φροσάκι χαιρόταν ποὺ τὴν ἤθελαν τόσοι ἄντρες καὶ τό ᾿χε πάρει πάνω της. Παιζογελοῦσε μὲ ὅλους, ἄλλὰ ἴσαμ᾿ ἐκεῖ. Ἡ καρδιά της, ὅμως, εἶχε ἀκουμπήσει στὸ Μανώλια. Ὅποτε τὴν ξεμονάχιαζε τῆς ἔπαιρνε κανένα φιλί στὰ πεταχτά, κάποτε προχωροῦσαν στὰ χάδια, ἀλλὰ δὲν ἔφταναν ποτὲ μέχρι τὸ τέλος. Τῆς εἶχε πιπιλίσει τὸ μυαλὸ ἡ μάνα της: «Τὴν τιμή σου καὶ τὰ μάτια σου!»
Τὸν Αὔγουστο τῆς χρονιᾶς ἐκείνης ἦρθε στὸ χωριὸ ὁ Ἄγγελος. Ἦταν τὸ πρῶτο του ταξίδι μετὰ ἀπὸ δεκαπέντε χρόνια. Εἶχε φύγει ἀπὸ τὸ χωριὸ μόλις τέλειωσε τὸ δημοτικὸ καὶ πῆγε στὴν Ἀθήνα, σ᾿ ἕναν ξάδερφο τοῦ πατέρα του, νὰ μάθει μαραγκός. Πείνασε, κρύωσε, δούλεψε σκυλίσια, ἀλλὰ στὸ τέλος τὰ κατάφερε. Στὰ εἰκοσιεφτά του εἶχε δικό του μαγαζί, δικό του σπίτι, φορτηγάκι γιὰ τὴ δουλειὰ καὶ τελευταῖα ἀγόρασε καὶ κούρσα. Καινούργια, τοῦ κουτιοῦ.
Ντυμένος στὴν τρίχα, κουστουμιὰ μοντέρνα, γραβάτα, χρυσὸ ρολόι καὶ χρυσὸ δαχτυλίδι μὲ μιὰ λίρα χρυσὴ ἀντὶ γιὰ πέτρα. Τὸ μόνο ποὺ δὲν κατάφερε νὰ φέρει στὸ νησὶ ἦταν τὸ αὐτοκίνητο. Δὲν εἶχε φτιαχτεῖ ἀκόμα τὸ λιμάνι, τὸ καράβι ἔμενε στ᾿ ἀνοιχτὰ κι ὁ κόσμος ἔβγαινε μὲ τὶς βάρκες.
Τὸ Φροσάκι τὸ εἶδε γιὰ πρώτη φορὰ στὸ πανηγύρι τοῦ Δεκαπενταύγουστου. Κόντευε νὰ ξημερώσει κι ὁ κόσμος εἶχε ἀραιώσει. Τὰ βιολιὰ σταμάτησαν τὰ συρτόμπαλλα[10] κι ἄρχισαν νὰ παίζουν τσιφτετέλι, ὅπως ζήτησαν οἱ νέοι ποὺ εἶχαν ἀπομείνει. Τὸ Φροσάκι ἔκανε νάζια καὶ ντροπές στὴν ἀρχή, ἀλλὰ στὸ τέλος σηκώθηκε κι ἄρχισε νὰ χορεύει στὴ μέση ἑνὸς κύκλου ἀπὸ ἀγόρια ποὺ εἶχαν κωλοκάτσει γύρω της καὶ κρατοῦσαν τὸ ρυθμὸ μὲ παλαμάκια. Τὸ ρυθμικὸ λίκνισμα τοῦ κορμιοῦ της, ὁ κυματισμὸς τῶν χεριῶν καὶ τῶν ὤμων της, ἡ παθιάρικη ἔκφραση τοῦ προσώπου μὲ τὰ μισόκλειστα μάτια καὶ τὸ χαμόγελο ποὺ γλυκοχάραζε στὸ στόμα της εἶχαν ἀνάψει πυρκαγιές. Τό ᾿βλεπες στὰ ξαναμμένα πρόσωπα τῶν ἀγοριῶν ποὺ τὴν ἔτρωγαν μὲ τὰ μάτια, διψώντας γιὰ ἕνα σημάδι, ἕνα χαμόγελο, ἕνα βλέμμα της.
Μόλις τέλειωσε ὁ χορὸς ὁ Ἄγγελος σηκώθηκε κι ἔδωσε – ἐπιδεικτικὰ – ἕνα χιλιάρικο στὰ βιολιά.
Καὶ τὴν ἄλλη μέρα ἔστειλε προξενιὸ στὸ σπίτι της.
Οἱ γονεῖς δὲν δέχτηκαν ἀμέσως – «ἄσε νὰ δοῦμε, εἶναι μικρὴ ἀκόμα» – ἀλλὰ στὸ βάθος τοὺς καλάρεσε. Τὸ Φροσάκι οὔτε νὰ τ᾿ ἀκούσει. Ἡ μάνα της τὴν πῆρε κατὰ μέρος νὰ ποῦνε τὰ δικά τους· γυναικεῖες κουβέντες.
«Δὲν τόνε θέλω μάνα. Δὲν τὸν ἀγαπῶ», ἦταν τὰ πρῶτα λόγια τῆς μικρῆς, μόλις ἔμειναν μόνες.
«Κι ἐγὼ – ποὺ παντρεύτηκα ἀπ᾿ ἀγάπη – τί κέρδισα;»  ἀπάντησε ἡ μάνα της. «Εἰκοσιπέντε χρόνια σκλάβα. Δὲν εἶναι μοναχὰ τὸ σπίτι καὶ τὰ παιδιὰ – τὴ γειά σας νά ᾿χετε, αὐτὸς εἶν᾿ ὁ προορισμὸς κάθε γυναίκας – εἶναι καὶ τὸ χωράφι, εἶναι καὶ τὰ ζωντανά. Οἱ ἄντρες – κουράζονται κι αὐτοί, δὲ λέω – ὅμως κάνουνε καὶ τὸ κέφι τους. Ἔχουνε τὰ γλέντια, τὰ πανηγύρια, τὶς πατινάδες· κι ἐμεῖς νὰ στέκουμε κερὶ ἀναμένο μὲ τὰ φαγιὰ καὶ τὰ συγύρια γιὰ νὰ βγαίνουν ἀσπροπρόσωποι.»
«Μὰ οὔτε ποὺ τόνε ξέρω, καλὲ μάνα», ἀπάντησε ἡ μικρή, μὴ βρίσκοντας ἀπάντηση στ᾿ ἀτράνταχτα ἐπιχειρήματα τῆς μάνας της.
«Θὰ τόνε μάθεις», ἀπάντησε ἡ μάνα, «ὅπως ἔμαθε τὸνε δικό της ἡ ξαδέρφη σου, ἡ Μαργαρώ. Ἐργάτης στὰ καμίνια εἶναι ὁ ἄντρας της καὶ τὴν ἔχει βασίλισσα. Μόνο τὸ νοικοκυριὸ καὶ τὰ παιδιά. Κι ἀπὸ λοῦσα… Βλέπεις τί φορεῖ ὅποτ᾿ ἔρχεται στὸ χωριό. Ἐμεῖς – μὲ μιὰ στεριὰ χωράφια – κάνουμε κρὰ γιὰ δεύτερο φουστάνι· κι ἂς μᾶς τρώει ὁ ἥλιος κι ἡ βροχὴ κι ἂς γερνοῦμε πρίν τὴν ὥρα μας.»
Ἡ μικρὴ δὲν ἀπάντησε, μόνο κατέβασε τὸ κεφάλι δείχνοντας πὼς ὑποτάχτηκε στὸ θέλημα τῶν γονιῶν της.
Τὸ κέφι εἶχε ἀνάψει γιὰ τὰ καλά. Τὰ ζευγάρια, συνεπαρμένα ἀπὸ τὸ βακχικοὺς ἤχους τῆς τσαμπούνας, χόρευαν σὲ ξέφρενους ρυθμούς, τὰ κεράσματα ἔδιναν κι ἔπαιρναν, ἀλλὰ πιὸ πολὺ πρόσεχαν τὴ Φρόσω, τὴ μοναδικὴ γυναίκα ποὺ καθόταν σὲ τραπέζι μέσα στὸ μαγαζί. Τώρα πιὰ δὲν ἦταν τὸ δροσερὸ κοριτσόπουλο ποὺ ἤξεραν· εἶχε κάνει δυὸ παιδιὰ κι αὐτὸ φαινόταν στὸ σῶμα της ποὺ εἶχε στρογγυλέψει. Εἶχε κόψει τὴν κοτσίδα, εἶχε βάψει ξανθὰ τὰ μαλλιά της καὶ εἶχε κάνει ἔνα μοντέρνο χτένισμα τῆς ἐποχῆς στὸ κομμωτήριο. Καὶ δὲν τὴ φώναζαν πιὰ Φρόσω, ἀλλὰ Φούλη· ὅπως τὴ Φούλη Δημητρίου, τὴν τραγουδίστρια ποὺ μεσουρανοῦσε τότε τραγουδώντας μεταγλωτισμένα ἰνδικά.
Οἱ γυναῖκες σχολίαζαν τ᾿ ἀκριβά της ροῦχα καὶ τὰ χρυσαφικὰ καὶ τὴ ζήλευαν γιὰ τὸν πλούσιο ἄντρα ποὺ πῆρε. Οἱ ἄντρες πάλι ζήλευαν τὸν ἄντρα της γιὰ τὴ γυναίκα ποὺ εἶχε στὸ κρεβάτι του.
Πάντως τὸ ζευγάρι δὲν κάθησε πολύ. Ἡ Φρόσω παραπονέθηκε πὼς ἦταν ταλαιπωρημένη ἀπὸ τὸ ταξίδι – τοὺς εἶχε κουνήσει ἀρκετὰ – ὅμως πιὸ πολὺ τὴν ἐνοχλοῦσε ποὺ ἦταν τὸ ἀντικείμενο τῆς γενικῆς περιέργειας.
Φεύγοντας τὸ ζευγάρι ξεθύμανε τὸ γλέντι. Οἱ γυναῖκες δὲν εἶχαν πιὰ τί νὰ κουτσομπολέψουν· τὰ χιλιοκουβεντιασμένα ντόπια κουτσομπολιά – ποιὸς ἀργολαβίζει[11] μὲ ποιάν – τοὺς φαίνονταν ἀνούσια. Ἄρχισαν νὰ φεύγουν σιγὰ-σιγά, τὸ ἴδιο καὶ ἀρκετοὶ ἄντρες. Ἔμειναν μοναχὰ ὁ Κακοβέσουλος μὲ τὸ Μανώλια καὶ τὴν παρέα τους, καμιὰ δεκαριὰ ὅλοι μαζί. Ἔτσι ἀποφάσισαν νὰ πάρουνε τὰ ὄργανα καὶ νὰ πᾶνε βόλτα στὸ χωριό. Κι ὅποιος τοὺς ἄνοιγε νὰ τοῦ κάνουν πατινάδα.
Τραγουδώντας στὸ δρόμο καὶ χορεύοντας στὰ σπίτια ποὺ ἄνοιγαν γιὰ νὰ τοὺς κεράσουν ἔφτασαν σιγὰ-σιγὰ στὴ γειτονιὰ τῆς Ἀννούσας. Ὁ Κακοβέσουλος εἶπε κάτι στὸ Μανώλια ποὺ ἔφυγε ἀμέσως.
«Θὰ σᾶς βρῶ παρακάτω», τοὺς εἶπε.
Ὅσο ζύγωναν, ἄκουγαν παράθυρα νὰ μισανοίγουν στὰ σκοτεινὰ καὶ κουβέντες χαμηλόφωνες. Τὸ δίχως ἄλλο εἶχε μαθευτεῖ τὸ προχτεσινὸ περιστατικὸ καὶ τὰ πρακτορεῖα τοῦ κουτσομπολιοῦ εἶχαν στήσει αὐτιὰ καὶ μάτια γιὰ τὴ συνέχεια.
Καὶ ἡ παρέα δὲν τοὺς χάλασε τὸ χατῆρι. Στήθηκαν μερικὰ βήματα ἀπὸ τὸ παράθυρο τῆς Ἀννούσας – γιὰ νὰ μὴν τοὺς φτάνει τὸ περιεχόμενο τοῦ κουβᾶ –  κάτω ἀπὸ τὴν κολώνα τοῦ ἠλεκτρικοῦ μὲ τὴ λάμπα ἀπὸ πάνω τους. Ἐκείνη – μὲ τὸν κουβὰ παρὰ πόδα – εἶχε σβηστὸ τὸ φῶς τοῦ δωματίου, ἀλλὰ τὸ φῶς τοῦ καντηλιοῦ, ποὺ ἔκαιγε μπροστὰ στὸ εἰκονοστάσι της, ἔκανε τὸ σουλοῦπι της νὰ ξεχωρίζει πίσω ἀπὸ τὶς γρίλιες.
Πρῶτα ἔπαιξαν μερικοὺς ἀποκριάτικους σκοποὺς γιὰ τὸ κοινὸ ποὺ παρακολουθοῦσε πίσω ἀπὸ τὰ κουφωτὰ παραθυρόφυλλα καὶ μετὰ ἄρχισαν τὸ σκοπό ποὺ εἶχαν τραγουδήσει ὁ Κακοβέσουλος μὲ τὸ Μανώλια δυὸ μέρες πρίν. Τραγουδοῦσε πρῶτα ὁ Κακοβέσουλος καὶ μετὰ τὸ ξανάλεγαν οἱ ὑπόλοιποι.
Μὴ βγεῖς στὸ παραθύρι σου γιατὶ δὲ θὰ χαράξει
τὸ πρόσωπό σου σὰ θὰ δεῖ, ὁ ἥλιος θὰ τρομάξει.
Καὶ μετὰ τὸ τσάκισμα.
Μὴ βγεῖς στὸ παραθύρι ποὺ χτίσανε φωλιὲς
οἱ κάργιες κι ὅλο κράζουν καὶ κάνουν κουτσουλιές.
Λίγο πρὶν τελειώσει τὸ τραγοῦδι πρόβαλε ἀπὸ τὰ σκοτεινὰ ὁ Μανώλιας τραβώντας ἕναν γάιδαρο ἀπὸ τὸ καπίστρι. Τὸν εἶχε στολίσει κιόλας μ᾿ ἕνα μακρὺ πανί δεμένο γύρω ἀπὸ τὸ λαιμό του σὰ γραβάτα, ἐνῶ στὸ κεφάλι τοῦ εἶχε βάλει ἕνα στεφάνι ἀπὸ κλαδὶ ἀνθισμένης ἀμυγδαλιᾶς δεμένο μὲ ἄσπρη κορδέλα.
Ὁ Κακοβέσουλος πῆρε τὸ γάιδαρο ἀπὸ τὸ καπίστρι, προχώρησε λίγα βήματα μπροστὰ καὶ φώναξε πρὸς τὸ κλειστὸ παράθυρό της.
«Ἄκου κι αὐτὸ γιὰ νὰ θυμᾶσαι τὸν Κακοβέσουλο!»
Ἧταν ἡ πρώτη φορὰ ποὺ ἔλεγε ὁ ἵδιος τὸ παρατσοῦκλι του.
Καὶ τό ᾿πε δυνατά, μὲ περηφάνεια, σὰν τίτλο τιμῆς.
Καὶ συνέχισε τραγουδώντας στὸν ἴδιο σκοπό:
Καὶ μὴ νοιαστεῖς γιὰ μένα ἂν ζῶ ἢ ἂν πέθανα
ἐγὼ γαμπρό σοῦ βρῆκα καὶ καλὰ στέφανα.
 
ΓΛΩΣΣΑΡΙ

1 τσάκισμα (τραγουδιοῦ): ἐπωδὸς, ρεφραίν.
2 σιρμαγιά: κεφάλαιο ἐπιχείρησης < τουρκική sermaye < περσική سرمايه (sarmāya)
3 βαρθαλαμίδι: Εἰδικὴ ξύλινη θήκη μὲ καπάκι, ἐσωτερικὰ στὴν κασέλα, γιὰ τοποθέτηση πολύτιμων μικρῶν ἀντικειμένων, χρημάτων, ὲγγράφων. < παραθαλαμίδιον
4 Γιαγκούλας, Γκαντάρας, Τζατζᾶς: Ὀνομαστοὶ λήσταρχοι τοῦ μεσοπολέμου.

5 ντενεκὲς τοῦ πετρελαίου (γκαζοντενεκές): Δοχεῖο μεταφορᾶς φωτιστικοῦ πετρελαίου (γιὰ λάμπες φωτισμοῦ), ποὺ ἦταν εἶδος τοῦ μονοπωλίου, ὅπως τὰ σπίρτα, τὸ οἰνόπνευμα, τὸ ἁλάτι κ.ἄ. Οἱ γκαζοντενεκέδες ἔβρισκαν δεύτερες χρήσεις μετὰ τὸ ἄδειασμά τους· γίνονταν δοχεῖα μεταφορᾶς νεροῦ, μπετὸν (στὶς σκαλωσιές, ἀπὸ τοὺς μισόγυμνους μπετατζῆδες τῆς δεκαετίας τοῦ ᾿60), ἢ γλάστρες.
6 μακαντάσης: στενός φίλος < τουρκική mankadaş)
7 βγαίνει στὴν τρυφερίτσα: βγαίνει στὴν κυκλοφορία, ξετσουμίζει (λεγόταν γιὰ ἐφήβους)
8 βλάμης: φίλος <ἀλβανικὴ vëllam
9 Μανώλια: Τουρκικὸ τραγοῦδι, τραγουδισμένο στὰ ἑλληνικὰ ἀπὸ τὸν Στ. Καζαντζίδη καὶ τὸν Μαν. Ἀγγελόπουλο.
10 συρτόμπαλλο: ἀλληλουχία συρτοῦ καὶ μπάλλου σὲ θερμιώτικο γλέντι.
11 ἀργολαβίζει: φλερτάρει

..............................
Ο Δημήτρης Στεφ. Μαρτίνος είναι Έλληνας συγγραφέας, γνωστός για τα διηγήματά του, πολλά από τα οποία έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά ιστολόγια

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου