Δευτέρα 20 Απριλίου 2015

Α' ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ



Η ΑΠΟΔΡΑΣΗ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ

της Δέσποινας Κουσίδη*
 
  Του άρεσε να βλέπει τα αστέρια μέσα από τον φεγγίτη. Μέσα από αυτά ένιωθε ελεύθερος. Δεν μπορούσε να καταλάβει πως χωρούσαν τόσα πολλά μέσα σε έναν τόσο μικρό χώρο και πώς δεν τσακώνονταν για το ποιο θα καταλάμβανε το μεγαλύτερο τμήμα του. Τουλάχιστον έτσι έκαναν οι άνθρωποι και αυτό το ήξερε καλά. Το ένιωθε κάθε μέρα και κάθε λεπτό που περνούσε. Όταν το φαγητό τελείωνε, όταν άλλοι προλάβαιναν όλες τις γωνίες στο μοναδικό δωμάτιο του κτιρίου, όταν το μπάνιο τραντάζονταν από το βάρος…

Σε αυτό έμοιαζε πολύ με τα αστέρια ή τουλάχιστον έτσι σκέφτονταν για να παρηγορείται. Ποιος ξέρει; Ακόμα και έτσι το χρειαζόταν. Μία δέσμη φωτός στο αχανές μαύρο που τον περιτριγύριζε. Αλλά δεν ήταν μόνος και αυτό το ήξερε. Δεκάδες παιδιά έρχονταν κάθε μέρα φοβισμένα και ταλαιπωρημένα. Θα ήθελε να πει πως η κατάσταση καλυτέρευε, αλλά δεν θα ήταν αλήθεια. Ο φόβος γινόταν ρουτίνα και η ταλαιπωρία το μόνο βέβαιο στη ζωή τους. 
  Ξύπνησε. Πάντα όταν έκανε τέτοιες σκέψεις τον έπιανε απελπισία. Πήγε να τεντωθεί και κατάλαβε πως μία σκλήθρα είχε μπει στο δάκτυλό του. Χάρηκε γιατί στιγμές σαν αυτές ένιωθε ζωντανός. Ο πόνος στο χέρι του θα συνέχιζε να τον πονάει όλη την ημέρα αλλά ήξερε πως θα είχε την ευκαιρία να ασχοληθεί με αυτόν μόνο τώρα. Γιατί έπειτα από μια ώρα δεν θα ήταν τίποτα άλλο παρά μόνο ένας από τους χιλιάδες πόνους που θα υπήρχαν στο σώμα του. Σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς το μπάνιο. Σκυφτός, προχώρησε προς τα  μέσα, έβγαλε τα ρούχα του και άφησε το νερό να ταξιδέψει σε κάθε μέρος του σώματος του. Για πρώτη φορά μέσα στην εβδομάδα είχε καταφέρει να μπει πρώτος . Έπειτα από λίγο μπήκε και ο Ρίγκο.
    Ο Ρίγκο ήταν ο καλύτερος του φίλος. Μπορούσε να τον ξεχωρίσει ανάμεσα σε δεκάδες χιλιάδες λόγω της εμφάνισης του. Είχε μαύρα μαλλιά, φουντωτά και κάτι τεράστια μάτια πού όταν σε κοιτούσαν έβλεπαν μέσα από τη σάρκα σου. Το δέρμα του ήταν και αυτό μελαμψό και το σώμα του ήταν λεπτό και ευλύγιστο. Ο Ανδρέας θυμόταν πολύ καλά την ημέρα που τον είχε πρωτοδεί. Φορούσε κάτι πράσινα φωσφορίζοντα ρούχα με τον αριθμό παραλαβής του πάνω και τη στιγμή που κατέβαινε από το φορτηγό παραπάτησε και έπεσε. Έτρεξε να τον βοηθήσει χωρίς δεύτερη σκέψη. Από τότε έγιναν  αυτοκόλλητοι. Ο ένας βοηθούσε τον άλλο όπως μπορούσε. Ο Ανδρέας του μάθαινε τη δουλειά, πώς να αντιμετωπίζει τους άλλους και πώς να μένει μακριά από μπελάδες. Ο Ρίγκο του μίλαγε για την ζωή του πριν φτάσει εκεί, για τη χώρα πού είχε μεγαλώσει και για την χαμένη του οικογένεια. Ήταν μεγάλη παρηγοριά να ξέρει πως κάποιος θα τον άκουγε. Ένιωθε ασφαλής και μόνο που ήταν δίπλα του και θα τον προτιμούσε ανάμεσα σε εκατοντάδες άλλους πιο έξυπνους και πιο δυνατούς. Ο ένας καταλάβαινε τις σκέψεις του άλλου παρότι που μερικές φορές περνούσαν   πάνω από τρείς ώρες χωρίς να μιλήσουν.  
Τελείωσαν γρήγορα το μπάνιο τους και ετοιμάστηκαν. Άλλη μια βασανιστική μέρα ξεκινούσε για αυτούς. Όλα ήταν έτοιμα. Τα φώτα ανοιχτά και τα μηχανήματα στις πρίζες.  Μόλις κατέβηκαν τα δύο παιδιά ήρθε ο Γκράσον, για να τους “ υποδεχθεί.”. Ο Γκράσον ήταν ένας γκριζομάλλης άνδρας στην ηλικία των πενήντα, με μαύρα μάτια τα οποία όταν σε κοιτούσαν ένιωθες λες και σε είχε καταπιεί ολόκληρο το σκοτάδι και η απελπισία του κόσμου. Άλλωστε και η δουλειά του δεν ήταν τυχαία. Ιδιαίτερα αντιπροσωπευτική του εξίσου μίζερου και δειλού χαρακτήρα του.          Ήταν ο επιστάτης, ο οποίος ανακοίνωνε τις δουλειές της κάθε ημέρας και το στάδιο στο οποίο ήθελε να τις προχωρήσουν.
      Τα παιδιά ήταν φίλοι εδώ και πολύ καιρό. Όπως και σε ολόκληρο το “στρατόπεδο”  τα μεγαλύτερα παιδιά έπρεπε να προσέχουν τα μικρότερα που ήταν πιο αδύναμα και ευάλωτα.
 Ο Ανδρέας ήταν ο μεγαλύτερος και ως αρχηγός είχε την ευθύνη  για όλους. Τον τελευταίο καιρό, ήταν όμως πολύ αφηρημένος. Έκανε σκέψεις για αποδράσεις, φυγή, ελευθερία.. Δεν άντεχε άλλο, ήθελε να φύγει πολύ μακριά. Είχε κουραστεί  να παρακολουθεί σαν παθητικός αποδέκτης τις βιαιοπραγίες των τεράτων απέναντί τους, έχοντας τον φόβο μήπως η επόμενη φορά είναι και η τελευταία του. Δεν άντεχε άλλο και το ήξερε. Τα βράδια έμενε ξάγρυπνος γιατί σκεφτόταν τα πρόσωπα όλων αυτών που είχαν ‘’φύγει’’ με μάτια ορθάνοιχτα, πλημμυρισμένα με απελπισία και παράπονο, που ακόμα και η σύντομη ζωή τους ήταν τόσο ταλαιπωρημένη.
    Τις επόμενες ημέρες υπήρχε μια αναστάτωση στο εργοστάσιο. Όλοι ένιωθαν τον κίνδυνο να πλησιάζει αλλά ανήμποροι να κάνουν κάτι, σιωπούσαν και συνέχιζαν τη δουλειά τους. Ο ουρανός ήταν μουντός. Γεμάτος σύννεφα. Μία περίεργη καταχνιά είχε πέσει στο δάσος και κάλυπτε τα πάντα. Τα παιδιά ωστόσο  χαίρονταν όσο τίποτα άλλο, καθώς είχαν περάσει δύο εβδομάδες από τότε που είχε μαθευτεί ο ερχομός των ‘’Μαύρων Σκαθαριών’’-έτσι είχαν ονομάσει συνθηματικά τους υπεύθυνους μεταφοράς της “επιχείρησης”- και εκείνοι ήταν ακόμα άφαντοι.
Κατά το μεσημέρι η καταχνιά αραίωσε. Ο Ρίγκο που ήταν υπεύθυνος για τη στοιβασία των χαλιών στην αποθήκη ξεκίνησε να σέρνει ένα σιγά-σιγά. Η αποθήκη βρισκόταν ακριβώς απέναντι από το εργοστάσιο και γι’ αυτό έπρεπε να διασχίσει ολόκληρο το ‘’στρατόπεδο’’. Λίγα λεπτά αφού είχε βγει από την πόρτα, ακούστηκαν ήχοι αυτοκινήτου. Πριν ακόμα δούνε τα φώτα, μέσα από την ομίχλη φάνηκε ο Ρίγκο ο οποίος λαχανιασμένος ξεφώνισε: ‘’ΗΡΘΑΝ’’.  Τα παιδιά άρχισαν να τρέχουν από τη μία μεριά στην άλλη. Είτε για να μαζέψουν τα πράγματά τους, είτε για να κρυφτούν…. Ο Ανδρέας έτρεξε κοντά στον Ρίγκο την ώρα που τα κίτρινα φώτα εμφανίζονταν μέσα στην ομίχλη.
Τα φορτηγά είχαν μεγάλες καρότσες για να μπορούν να χωράνε πολλά παιδιά ενώ το μπροστινό μέρος ήταν μικρό και είχε χώρο μόνο για δύο άτομα. Όταν άνοιξε η πόρτα του πρώτου εμφανίστηκε ο αρχηγός. Ήταν ψηλός με μαύρα μαλλιά και σκούρα πράσινα ρούχα που τον έκαναν να μοιάζει σαν το σκοτάδι το ίδιο.
Μόλις τον είδαν τα παιδιά σταμάτησαν να φωνάζουν και έμειναν να τον κοιτούν. Εκείνος πλησίασε και σηκώνοντας το όπλο στον αέρα, έριξε μία τουφεκιά. Έπειτα είπε με την σιχαμερή φωνή του:
    -Μ’ αρέσει να έχω την προσοχή σας. Και τώρα που την έχω,  θα ήθελα να σας         ανακοινώσω την άφιξη νέων μελών στην υπέροχη παρέα σας.
….Η Ναταλία έπιασε φιλίες με αρκετούς από τους νεοσύλλεκτους οι οποίοι εκτός των άλλων  θα μπορούσαν να φανούν χρήσιμοι στην απόδραση, που πλέον από μια απλή σκέψη στο μυαλό όλων, είχε αρχίσει να γίνεται αυτοσκοπός. Γενικά, όσους περισσότερους έπειθαν, τόσο μεγαλύτερη βοήθεια θα δέχονταν.
    Το σχέδιο προχωρούσε. Προς μεγάλη τους έκπληξη ένας μεγάλος αριθμός παιδιών είχε συμφωνήσει να φύγουν μαζί τους αλλά και να βοηθήσουν όπως μπορούσαν. Αυτοί που είχαν αναλάβει την οργάνωση ήταν ο Ρίγκο, ο Ανδρέας και η Ελίσα σε βάρδιες. Το πλάνο, γενικά, απαιτούσε έναν αντιπερισπασμό και αρκετά τρόφιμα, αφού θα αναγκάζονταν να περάσουν αρκετό καιρό στο δάσος μέχρι να βρουν μια ασφαλή περιοχή, καθώς επίσης  να είναι γρήγοροι και συγχρονισμένοι. Δεν υπήρχαν βέβαια φρουροί αλλά ο Γκράσον επόπτευε την κύρια πύλη και περνούσε από εκεί κάθε δέκα λεπτά. Γι’ αυτούς ο χρόνος μπορούσε να γίνει μεγάλος σύμμαχος ή μεγάλος αντίπαλος.
     Παρόλο που οι υπεύθυνοι χαιρόντουσαν για την επιφανειακή ησυχία που επικρατούσε, δεν ήταν σε θέση να καταλάβουν τα μηνύματα που πηγαινοέρχονταν μέσω ενός κλεισίματος του ματιού, ενός πεταρίσματος των βλεφάρων και μίας γκριμάτσας που συμβόλιζαν την αλλαγή των σκοπιών και την αποθήκευση των προμηθειών. Έτσι πέρασε αρκετός καιρός και έφτασε η μέρα της απόδρασης. Είχαν μαζευτεί αρκετές προμήθειες για τα είκοσι άτομα που θα έφευγαν από την επίγεια κόλαση. 
  Το βράδυ που ξάπλωσαν να κοιμηθούν ο Ανδρέας σκεφτόταν το σχέδιο τους. Δεν ήταν μεγαλόπνοο, ούτε και απόλυτα λειτουργικό όμως θα προσπαθούσε να το κάνει εφικτό. Αυτό όμως που τον  βασάνιζε ήταν ότι τα «Μαύρα Σκαθάρια» είχαν πολύ καιρό να εμφανιστούν. Δεν τον ένοιαζε για εκείνον μα πιο πολύ για τους άλλους που είχε πάρει στο λαιμό του. Εδώ και καιρό είχε καταλάβει πως εκείνος τους είχε ανάγκη πιο πολύ από ότι είχαν εκείνοι αυτόν. Ήταν αλήθεια πως αυτός είχε ρίξει την ιδέα αλλά όλοι οι υπόλοιποι είχαν κάνει τα πάντα για να υλοποιηθεί. Αν τους έπιαναν, ο σωματικός πόνος που θα ένιωθαν θα ήταν πολύ μικρότερος σε σχέση με τον ψυχικό, το αίσθημα ότι ενώ ήταν τόσο κοντά δεν μπόρεσαν να τα καταφέρουν. Όλα αυτά τον κράτησαν ξύπνιο μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες. Τότε σηκώθηκε, ετοίμασε τον μπόγο του και κατέβηκε κάτω.
    Η μέρα κύλησε κανονικά χωρίς ιδιαίτερες συγκινήσεις και εκδηλώσεις χαράς, αφού οι περισσότεροι από τους “επαναστάτες” είχαν περισσότερο άγχος παρά χαρά για το εγχείρημά τους. Μόλις τελείωσαν τις δουλειές της ημέρας, ανέβηκαν κανονικά στον δεύτερο όροφο και άρχισαν να συγκεντρώνουν τους μπόγους τους. Όταν ετοιμάστηκαν οι πρώτοι, άρχισαν δειλά - δειλά να βγαίνουν  προς τα έξω. Ήταν μια κρύα, ομιχλώδης νύχτα του χειμώνα. Ότι ακριβώς έπρεπε για την επιχείρηση τους. Ο Ανδρέας ένιωσε το φεγγάρι ως σύμμαχο, που κρύβονταν πίσω από τα σύννεφα για να μην προδώσει τα σχέδιά τους.
    Εκείνο το βράδυ ο Γκράσον πήγε αργά για ύπνο. Όλη την ημέρα ήταν πολύ ανήσυχος και τώρα προσπαθούσε να χαλαρώσει βλέποντας την αγαπημένη του ταινία. Τα παιδιά σιωπηλά άρχισαν να κατεβαίνουν τα σκαλιά. Το ταξίδι προς την ελευθερία είχε ήδη ξεκινήσει. Ο Ανδρέας πήγαινε πρώτος, νιώθοντας την καρδιά του να χτυπά τόσο δυνατά, που νόμιζε πως θα σπάσει. Όλη την μέρα ένιωθε περίεργα αλλά δεν ήξερε γιατί. Σκεφτόταν οτιδήποτε θα μπορούσε να πάει στραβά και όμως συνέχιζε να προχωρά. Προβάλλοντας στο μυαλό του όλες τις εικόνες που είχε ζήσει κατά την παραμονή του εκεί, έπαιρνε δύναμη. Καταλάβαινε πως δεν ήταν φυσιολογικό για ένα παιδί της ηλικίας του (και για καμία ηλικία δηλαδή) να έχει βιώσει όλα αυτά. Όσο συλλογίζονταν, ρίγη διαπερνούσε την πλάτη του, μουδιάζοντάς όλο το κορμί του.
    Είχαν φτάσει πλέον στα μισά, όταν κάτι άρχισε να αχνοφαίνεται από την ανατολική πλευρά της έκτασης του εργοστασίου. Όσο πλησίαζαν, τα παιδιά συνειδητοποίησαν πως δεν ήταν άλλο από το φως των αυτοκινήτων των «Μαύρων Σκαθαριών». Μπορεί ακόμα να μην ήταν στην εμβέλειά τους όμως σε πολύ λίγο θα βρίσκονταν σ’ αυτήν.  Επικράτησε πανικός. Μόλις το φως πρόδωσε τα παιδιά κάποια πήγαν πίσω προς το εργοστάσιο και άλλα προς το φράκτη. Κανένας πλέον δεν μπορούσε να τους οργανώσει. Τα «Μαύρα Σκαθάρια» καταλαβαίνοντας τι γίνονταν, άρχισαν να τους καταδιώκουν. Πατούσαν πάνω τους και σύνθλιβαν όσους δεν είχαν προλάβει να σηκωθούν για να τρέξουν. Έπειτα κατευθύνθηκαν προς το εργοστάσιο. Ο Ανδρέας μαζί με την Ελίσα, την Ναταλία, τον Ρίγκο και μερικούς άλλους εκμεταλλεύτηκαν τον αντιπερισπασμό για να πάνε προς τον φράκτη. Άρχισαν να σκάβουν σαν μανιακοί με τις φωνές των υπόλοιπων καταδιωγμένων παιδιών να καταπνίγουν τα αναφιλητά τους. Έπειτα από μερικά λεπτά η τρύπα είχε ανοίξει αρκετά ώστε να περάσουν και μάλιστα ακριβώς τη στιγμή που ένας από την συμμορία γυρνούσε προς το μέρος τους. Πρώτος βγήκε ο Ρίγκο και άρχισε να βοηθάει τους υπόλοιπους να περάσουν τα πράγματα από κάτω. Ένας – ένας που περνούσε βοηθούσε τον επόμενο και έτσι σε λίγα λεπτά είχαν βγει όλοι έξω.
    Το δάσος εκτεινόταν σκοτεινό και μυστηριώδες. Κι’ όμως ταυτόχρονα, τόσο παράδοξα οικείο σε σχέση με το τι βρίσκονταν πίσω τους. Το φως του φεγγαριού φώτιζε τα πρόσωπα των παιδιών που έτρεχαν με όση δύναμη τους είχε απομείνει  μέχρι που πια να μην ακούν τις κραυγές των αδερφών που άφησαν πίσω τους. Ήξεραν ότι η τιμωρία για ότι είχε γίνει θα ήταν φρικτή και έτσι σιωπηλά άρχισαν να θρηνούν όσους εκείνο το βράδυ θα θυσιάζονταν για χάρη τους.
 Το σκοτάδι της νύχτας και της ψυχής τους ενώθηκαν συνοδοιπόροι τους στον δρόμο προς την ελευθερία...                                       


...Αφιερωμένο σε όσους αγωνίζονται κατά της παιδικής εργασίας και κακοποίησης.

 * Η   Δέσποινα Κουσίδη  είναι μαθήτρια του 3ου Γυμνασίου Γλυφάδας και το διήγημα αυτό το έγραψε στο πλαίσιο του μαθήματος της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας της καθηγήτριας Αικατερίνης Αθανασίου. Με παρότρυνση της καθηγήτριάς της έλαβε μέρος στον Πανελλήνιο Διαγωνισμό Διηγήματος που οργανώνει η Ένωση Ελλήνων Λογοτεχνών λαμβάνοντας το Α' βραβείο. 
Το ρεπορτάζ από την βράβευσή της  βρίσκεται ΕΔΩ                     

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου