Παρασκευή 1 Απριλίου 2022

Το θεωρούν «κεκτημένο»

 Το ψέμα στην πολιτική
του Δημήτρη Δημητράκου*

Είναι αναπόφευκτο το ψεύδος στην πολιτική και, αν ναι, αυτό οφείλεται στη χαμηλή ποιότητα των πολιτικών σήμερα, όπως πολλοί ισχυρίζονται; Το τελευταίο δεν ευσταθεί. Οι περισσότεροι πολιτικοί στις προσωπικές και επαγγελματικές τους σχέσεις είναι έντιμοι και ακέραιοι. Το πρόβλημα δεν εντοπίζεται στα άτομα αλλά στον χαρακτήρα των μεγάλων οργανωμένων ομάδων, όπως είναι τα κόμματα ή οι μεγάλες εταιρείες. Για λόγους που δεν έχουν να κάνουν με το προσωπικό ήθος που έχει ο καθένας, μια απρόσωπη, λειτουργική ανάγκη οδηγεί στην πρακτική του ψέματος όταν απευθύνεται κανείς ως επίσημος εκπρόσωπος μιας τέτοιας ομάδας στο ευρύ κοινό.
Ένας λόγος για αυτό είναι η διάσταση ανάμεσα στην ιδιωτική και στην κρατική ηθική. Στο όνομα της τελευταίας ο διπλωμάτης ψεύδεται εκτελώντας το καθήκον του, ενώ στην ατομική ηθική η απαγόρευση του ψέματος είναι απόλυτη. Όπως έλεγε ο μεγάλος ιταλός πολιτικός Camillo di Cavour (1810-61), «αν κάναμε για το δικό μας συμφέρον αυτό που κάνουμε για το συμφέρον της πατρίδας μας, θα ήμασταν πραγματικά αχρείοι!». Οι «ανώτερες σκοπιμότητες» που εξυπηρετεί η διπλωματία και γενικότερα η πολιτική επιτρέπουν ή και επιβάλλουν τη συγκάλυψη της αλήθειας.
Αυτές όμως οι «ανώτερες σκοπιμότητες» δεν είναι καθολικά αποδεκτές και αυτονόητες. Ορίζονται από αρχές και παραδόσεις που εμπεδώνονται μέσα σε μια «κουλτούρα» η οποία διαμορφώνεται μέσα σε μια κοινωνία αλλά και σε έναν μεγάλο οργανισμό. Μια μεγάλη επιχείρηση, μια εφημερίδα, ένας δημόσιος οργανισμός, ένα εκπαιδευτικό ίδρυμα παράγουν μια «εσωτερική κουλτούρα», ένα ιδιαίτερο «στυλ» στον λόγο και στη δράση. Το ίδιο ισχύει, κατά μείζονα λόγο, και για μια οργανωμένη μορφή πολιτικής εξουσίας, όπως είναι η κυβέρνηση ενός κράτους.
Τόσο ο πολιτικός όσο και ο διευθυντής ενός μεγάλου δημόσιου ή ιδιωτικού οργανισμού αντιλαμβάνονται το συμφέρον το οποίο υπηρετούν και τα κριτήρια επιτυχίας όπως αυτά ορίζονται από τη συγκεκριμένη «κουλτούρα» που επικρατεί. H ίδια ορίζει και τις προτεραιότητες στους στόχους. Και ασφαλώς η ανώτατη προτεραιότητα είναι η επιβίωση και κραταίωση του ίδιου του οργανισμού, για τη σπουδαιότητα του οποίου δεν υφίσταται καμία αμφιβολία στον νου εκείνων που τον υπηρετούν. H αυτοπεποίθησή τους αυξάνεται τόσο από τη συναίσθηση της δύναμης του τελευταίου όσο και από τους δεσμούς αλληλεγγύης που δημιουργούνται στο πλαίσιο ενός οργανισμού, ενός κόμματος ή άλλης οργανωμένης μορφής άσκησης εξουσίας.
Υπό αυτές τις συνθήκες ο εκάστοτε φορέας δράσης, είτε πολιτικός είτε ανώτατο στέλεχος ενός μεγάλου οργανισμού, θεωρεί ότι η πίστη που οφείλει στον οργανισμό ή στον θεσμό που υπηρετεί, λόγω ακριβώς της τεράστιας σημασίας που αποδίδει στο έργο που επιτελεί, πρωτεύει έναντι αφηρημένων αρχών όπως είναι η αλήθεια. Ιδιαίτερα στην πολιτική, όπου η συναίσθηση της εξουσίας που ασκεί κανείς «για το κοινό καλό» είναι εύκολο να αναγάγει τα πάντα σε όρους πολιτικής δύναμης: σε στόχους, χρησιμοποιούμενα μέσα και εμπόδια σ’ αυτήν. Είναι με το ίδιο μέτρο εύκολο να δικαιώσει κανείς στη συνείδησή του μια τάση συγκάλυψης της αλήθειας μέσα από τη χρησιμοποίηση του περιτυλίγματος με το οποίο ωραιοποιείται συνήθως η πολιτική. Αυτό απέχει ένα μόλις βήμα από την κατάφωρη εξαπάτηση του κοινού με το χοντρό ψέμα – πάντα «για το καλό του».
Μπορεί κανείς να θεωρήσει αυτό αδυναμία της δημοκρατίας που συνδέεται με την υποχρέωση λογοδότησης των κυβερνώντων στους κυβερνωμένους. Ασφαλώς όμως αυτή η υποχρέωση εντείνει την απαίτηση να λέγεται η αλήθεια και υπάρχει πολιτική ανάγκη γι’ αυτό, όπως έγραφε ο Gramsci το 1930, στην «πολιτική των μαζών». H κρίση του Gramsci, μεταφρασμένη σε σύγχρονους πολιτικούς όρους, σημαίνει ότι ο υπεύθυνος φορέας μιας απόφασης πρέπει να φέρει και το «πολιτικό κόστος» της και όχι να «μετακυλίεται» στο κοινό μέσα από το ψέμα. Αν, όμως, όπως γίνεται σήμερα, η τέχνη της πολιτικής συνίσταται σε τέτοιες «μετακυλίσεις», εύλογα ένα μεγάλο μέρος του κοινού γυρίζει την πλάτη στην πολιτική και στους πολιτικούς.
Ως αντίδοτο σε αυτή την τάση που βρίσκεται στη ρίζα της αναξιοπιστίας της πολιτικής στα μάτια όλο και μεγαλύτερου μέρους του κοινού θα μπορούσε να θεσπιστεί ένα ελεγκτικό όργανο παράλληλα με τον Συνήγορο του Πολίτη που θα ήταν ο Κατήγορος του Πολιτικού. Σκοπός του θα ήταν να εξετάζει μεθοδικά κατηγορίες για ψέμα, εξαπάτηση του κοινού ή αθέτηση συγκεκριμένης δέσμευσης οποιουδήποτε πολιτικού και να δημοσιεύει τα πορίσματά του. Το νόημα ενός τέτοιου οργάνου συνίσταται στο δικαίωμα του πολίτη στη μη εξαπάτηση από την πολιτική και τους πολιτικούς. H θέσπισή του δεν θα εξασφαλίσει πλήρως τους πολίτες από την πολιτική ψευδολογία. Αλλά ίσως να περιορίσει την ακράτειά της και, αν μη τι άλλο, θα σημάνει την άρνηση του δικαιώματος σ’ αυτήν – ενός δικαιώματος που πολλοί πολιτικοί φαίνεται ότι θεωρούν «κεκτημένο».
……………………………….
Ο Δημήτρης Δημητράκος είναι καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, στις  7 Δεκεμβρίου 2003

 




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου