Τρίτη 25 Ιουνίου 2019

ΠΑΡΑΜΥΘΟ…ΛΟΓΕΙΑ (3/19)

Ο γέροντας

Κάποτε ήταν ένας πολύ καλός και ευγενικός άνθρωπος, αλλά ήταν φτωχός και ζούσε μόνο με ότι παρήγαγε από τον κήπο του και τα ζώα του. Δούλευε όλη την ημέρα μαζί με την γυναίκα του και κάποιες φορές βοηθούσαν και τα παιδιά τους.

Είχε μάθει να δουλεύει από μικρός μιας και είχε μείνει ορφανός  σε μικρή ηλικία. Παρά την φτώχεια του όμως ήταν πολύ ευτυχισμένος. Κάθε βράδυ, αφού τελείωνε την  δουλειά, μαζευόταν μπροστά στο τζάκι και συζητούσαν με την οικογένεια του πως πέρασαν την μέρα τους. μια μέρα καθώς συζητούσαν ανέφεραν πως το σπίτι που ζούσαν ήταν πολύ μικρό για μια τόσο μεγάλη οικογένεια, αλλά γρήγορα συνειδητοποίησε ότι ήταν ανεκπλήρωτο όνειρο. Που θα εύρισκε τα χρήματα να αγοράσει ένα μεγαλύτερο σπίτι;
Το επόμενο πρωινό ξεκίνησε όπως όλα τα άλλα. Ξύπνησε νωρίς, ετοιμάστηκε, αποχαιρέτησε την οικογένειά του και έφυγε πρώτος για δουλειά, Η πρώτη του εργασία ήταν αρμέξει τις αγελάδες και να πάει το γάλα στην αγορά. Έτσι, τις άρμεξε και έφυγε γρήγορα για να είναι πρώτος στην αγορά.
Φτάνοντας πήρε την θέση του στο κέντρο της πλατείας και περίμενε να; περάσουν οι συνηθισμένοι πελάτες του. Αυτό το πρωινό πέρασε και ένας άγνωστος, καμπουριασμένος και αμίλητος γέροντας. Χωρίς λόγια έδωσε μία κούπα για την γεμίσει γάλα ο ευγενικός άνθρωπος, πλήρωσε και εξαφανίστηκε. ποιος ήταν αυτός; Από πού ήρθε και που μένει; Ρώτησε τους συγχωριανούς του για τον γέροντα, αλλά κανένας δεν τον ήξερε ούτε γνώριζαν που μένει. Ερχόταν όμως κάθε μέρα έπαιρνε το γάλα του και εξαφανιζόταν.
Ο ευγενικός άνθρωπος δεν μπορούσε να τον βγάλει από το μυαλό του. Προβληματίστηκε αρκετά. Τα βράδια καθόταν μπροστά από το τζάκι και προσπαθούσε να σκεφτεί πως μπορούσε να τον βοηθήσει. «Μήπως χρειαζόταν κάπου να μείνει; Μήπως χρειαζόταν ένα πιάτο φαγητό; Ήταν φτωχός, αλλά μια στέγη και ένα πιάτο φαγητό μπορούσε να το προσφέρει». Θα ήταν στριμωγμένοι, αλλά θα τα καταφέρνανε.
Το επόμενο πρωί ξύπνησε νωρίς, άρμεξε τις αγελάδες και έφυγε για την αγορά. Περίμενε τον γέροντα και εκείνος εμφανίστηκε. Αυτή την ημέρα αποφάσισε να του προσφέρει την βοήθειά του που τόσο ήθελε να του δώσει. Ο γέροντας τον ευχαρίστησε για την προσφορά του, πήρε το γάλα και εξαφανίστηκε. Τις επόμενες μέρες, όποτε έβλεπε τον γέροντα, ο ευγενικός άνθρωπος του έκανε την πρόταση για στέγη και φαγητό, αλλά εκτός από ένα ευχαριστώ δεν του έλεγε κάτι άλλο. 
Ένα βράδυ όταν όλη η οικογένεια καθόταν μπροστά στο τζάκι και μιλούσαν για την ημέρα τους άκουσαν ένα χτύπο στην πόρτα. 
Πήγε ο ευγενικός άνθρωπος να ανοίξει και μπροστά του αντικρίζει τον γέροντα. Πίστευε ότι δέχθηκε την πρότασή του. Τον καλωσόρισε στο σπιτικό του και ζήτησε από την γυναίκα του να του βάλει ένα πιάτο φαγητό. Ο γέροντας ίσιωσε όσο μπορούσε το κορμί του για να φανεί το πρόσωπό του και είπε: «Γιέ μου, δεν ήρθα εδώ να μου δώσεις κάτι. Ήρθα να σου δώσω εγώ. Έκανα πολλά χρόνια να σε βρω. Γέρασα προσπαθώντας. Είδα πως νοιαζόσουν για μένα όλο αυτό τον καιρό και θέλω να στο ανταποδώσω. Θέλω να έρθετε να μείνουμε μαζί στο δικό μου σπίτι. Δεν είναι μακριά από δω και μας χωράει όλους. Εγώ δεν θα ζήσω για πάντα οπότε θα ήθελα να ζήσουμε μαζί». Όλη η οικογένεια είχε μείνει άφωνη. Με δάκρυα χαράς να τρέχουν στο πρόσωπό του σηκώθηκε, αγκάλιασε τον πατέρα του, που πίστευε ότι είχε σκοτωθεί στον πόλεμο.
Ο ευγενικός άνθρωπος και η οικογένεια του δέχτηκαν την πρόταση του γέροντα και έζησαν μαζί, ευτυχισμένοι για πολλά χρόνια ακόμα.


ΓΕΩΡΓΙΑ ΑΦΣΑΡΟΓΛΟΥ

ΣΣ. Το κείμενο αυτό αποτελεί εργασία της μαθήτριας στο πλαίσιο του μαθήματος της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας της Α' τάξης, της καθηγήτριας Γεωργίας Αλειφέρη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου