Σάββατο 4 Μαΐου 2019

«Πήραμε τη ζωή μας λάθος»…

Η χαμένη αξία της Κυριακής
Του Νίκου Τσούλια

      Η αμφισβήτησή της προέκυψε από πολλούς παράγοντες, πολιτισμικούς, κοινωνικούς και οικονομικούς. Η εφαρμογή της πενθήμερης εργασίας ήταν ένα καθοριστικό βήμα στην «αποκαθήλωσή της». 

Τα σχολεία και τα πανεπιστήμια και συνακόλουθα ο κόσμος των παιδιών και των νέων καθώς και οι δημόσιες υπηρεσίες πρόσθεσαν στην ατζέντα της εβδομαδιαίας αργίας τους εκτός της παραδοσιακής Κυριακής και το Σάββατο. Και τα πράγματα πήραν έναν καινούργιο δρόμο πλέον.
      Εν τω μεταξύ έντονοι και εκτεταμένοι μετασχηματισμοί έχουν ήδη λάβει χώρα στην ελληνική κοινωνία που εκσυγχρονίζεται με «δρομαίον βήμα». Ο αγροτικός πληθυσμός συρρικνώνεται και μαζί του αποσύρεται μια ολόκληρη πολιτιστική φυσιογνωμία του ελληνικού λαού. Η μαζική αστικοποίηση φέρνει νέα ήθη και έθιμα. Η Κυριακή για τους αγρότες ήταν μέρα ξεκούρασης, μέρα γιορτής και θρησκευτικής αναφοράς. Ο εκκλησιασμός δεν είχε απλά και μόνο το θρησκευτικό του χρώμα, αλλά αποτελούσε μια ισχυρή παράδοση που συνδεόταν με τη συνέχειά του στα καφενεία και στις πλατείες των χωριών, με το περιποιημένο φαγητό, με το κυριακάτικο τραπέζι, με τα γιορτινά ρούχα, με τη χαλάρωση στο ασφυκτικό κλίμα της φτώχειας. Οι αγρότες «έπαιρναν ανάσα» την Κυριακή και παράλληλα σχεδίαζαν τον προγραμματισμό της εβδομάδας.
     Η Κυριακή μπορεί να ήταν «μικρή γιορτή», αλλά ήταν παρούσα με την περιοδικότητά της και μπορούσες να υπολογίζεις πολλά σ’ αυτήν. Ακόμα και τα όνειρά μας τα νιώθαμε ότι ήταν κυριακάτικα. Για τον παιδόκοσμο μια μέρα χωρίς σχολείο, χωρίς φωνές και φόβο από τους δασκάλους ήταν μέρα χαράς. Υπήρχε και κάτι άλλο εξίσου σημαντικό γεγονός για τα αγόρια, το ποδόσφαιρο της Κυριακής. Τότε οι αγώνες γίνονταν μόνο Κυριακή και μάλιστα μόνο απόγευμα. Οι ποδοσφαιρικές συναντήσεις των μεγάλων ομάδων θα συνδεθούν με τις ειδικές ραδιοφωνικές εκπομπές του «Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας» αλλά και με το δικό μας ποδόσφαιρο στις αλάνες, στους δρόμους, στις πλατείες, στα χωράφια.
      Η αστικοποίηση του πληθυσμού μετασχημάτισε τις συνήθειες των ανθρώπων. Στις πόλεις δεν υπάρχει ο στενά συνδεδεμένος κοινωνικός ιστός των χωριών. Στις εκκλησίες δεν θα είναι όλοι γνωστοί ούτε στα καφενεία θα γίνουν οι συζητήσεις για τις υποθέσεις του χωριού, και έτσι το παραδοσιακό πεδίο αναφοράς της Κυριακής θα χάσει το περιεχόμενό του και η ίδια η Κυριακή θα βλέπει την ακτινοβολία της να ξεθωριάζει στις ψυχές των ανθρώπων. Τώρα η χαρά δεν θα έρχεται από την απλή ανάπαυλα και από το ξεχωριστό χρώμα της Κυριακής. Τώρα το Σάββατο είναι πιο δελεαστικό, γιατί έχει τη συνέχειά του και το αποκούμπι του στην Κυριακή, ενώ η Κυριακή θα θυμίζει περισσότερο τη μισητή Δευτέρα.
     Τώρα η χαρά έρχεται από την καταναλωτική «κουλτούρα», από τα ψώνια που δεν θα είναι μια «στο τόσο», όπως ήταν μέχρι τώρα, αλλά θα αποτελούν σταθερή αναφορά για τους Έλληνες που βλέπουν το εισόδημά τους να γίνεται όλο και πιο αυξανόμενο και οι σταθεροί μισθοί, δημοσιοϋπαλληλικοί και εργατικοί, να αναιρούν την αβεβαιότητα του πενιχρού ούτως ή άλλως αγροτικού εισοδήματος. Τώρα το πρωινό της Κυριακής προσφέρεται ως ραχάτι, ως παρατεταμένη προσφορά στον ύπνο και τίποτα δεν παρακινεί τους ανθρώπους να βάλουν τα «καλά τους» και να προχωρήσουν προς τις εκκλησίες και προς της πλατείες. Άραγε η σημερινή γενικευμένη προέκταση του νυχτερινού ύπνου των νέων στη διάρκεια του πρωινού να έχει τις απαρχές της και τις καταβολάδες της απ’ αυτό το μετασχηματισμό του Κυριακάτικου πρωινού;
      Μπορεί η Κυριακή να βρει τη χαμένη αξία της; Στους καιρούς της σημερινής πολύπλευρης κρίσης και της πολλαπλής δοκιμασίας όλες οι εικόνες και οι παραστάσεις της ζωής μας είναι υπό μετασχηματισμό. Όχι, δεν έχει κανένα νόημα μια λογική επιστροφής στο παρελθόν. Κάτι τέτοιο δεν είναι επιθυμητό όχι απλά και μόνο γιατί δεν μπορεί να γίνει, αλλά και γιατί αν γινόταν, θα ήταν μάλλον εφιαλτικό. Σήμερα η αυτοκριτική και ο αναστοχασμός είτε σε προσωπικό είτε σε συλλογικό πεδίο έχουν νόημα και αξία, για να εξετάσουμε πού λοξοδρομήσαμε, πώς χαθήκαμε στους πολλαπλούς δρόμους των… πόλεων και του σύγχρονου κόσμου, γιατί μαγευτήκαμε από τα άφθονα καθρεφτάκια του καταναλωτισμού, γιατί «πήραμε τη ζωή μας λάθος»…
      Σήμερα χρειαζόμαστε να πάρουμε μια ανάσα – αναγκαστική πλέον – από το κυνήγι των άπειρων προσδοκιών, από το δέλεαρ των αλυσιδωτών επιτυχιών, να σταματήσουμε να τρέχουμε χωρίς να ξέρουμε καταπού πηγαίνουμε και ποιος είναι ο στόχος της ζωής μας… Σήμερα νοσταλγούμε τη χαμένη αξία της Κυριακής. Όχι δεν είναι μια συνηθισμένη νοσταλγία ως στοιχείο του παρελθόντος. Είναι μια δρώσα ολοζώντανη ψυχική ανάγκη για να ξαναδώσουμε τη λαμπρότητα και την ακτινοβολία στην Κυριακή που την πήραν οι λανθασμένοι δρόμοι μας. 
Νοσταλγούμε τη γλυκιά μελαγχολία που ερχόταν με το ηλιοβασίλεμα της Κυριακής αλλά συνάμα και την πιο γλυκιά προσμονή της επόμενης Κυριακής, της κάθε Κυριακής. Γιατί την Κυριακή η φύση ήταν διαφορετική από τις άλλες ημέρες, γιατί μαζεύαμε αγριολούλουδα μόνο για το τραπέζι της Κυριακής. Γιατί η Κυριακή είχε πάντα ένα ξεχωριστό φωτεινό κομμάτι στο σκέψη μας και στο όνειρό μας, γιατί η Κυριακή ήταν η προσωπική ημέρα του καθενός μας…

 ΠΗΓΗ: anthologio.wordpress.com
----------------------------------------------------------------------
* Ο Νίκος Τσούλιας είναι εκπαιδευτικός στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Διετέλεσε Πρόεδρος της ΟΛΜΕ από το 1996 έως το 2003.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου