Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2022

«Με χορευτικές κινήσεις, ξέφυγε από τον αντίπαλό του…»

Είναι το ποδόσφαιρο τέχνη;
του Γιώργου Β. Μονεμβασίτη*

Επίμονα κ’ η μουσική ιδέα πάει κι έρχεται*

Πολ­λά έχουν γρα­φτεί, πολ­λά έχουν λε­χθεί κα­τά και­ρούς για τις πα­ρά­πλευ­ρες λει­τουρ­γί­ες του πο­δο­σφαί­ρου, πέ­ραν του αθλή­μα­τος και του αθλη­τι­κού θε­ά­μα­τος. Ο σπου­δαί­ος Ιτα­λός προ­πο­νη­τής και θε­ω­ρη­τι­κός του πο­δο­σφαί­ρου Arrigo Sacchi (Αρ­ρί­γκο Σάκ­κι, γεν. 1946), παραλ­λάσ­σο­ντας τη γνω­στή ρή­ση του Καρλ Μαρξ «Η θρη­σκεία εί­ναι το όπιο του λα­ού», φέρεται να έχει πει ότι «Το πο­δό­σφαι­ρο εί­ναι το όπιο του λα­ού», θέ­λο­ντας, φυ­σι­κά, να επιση­μά­νει την ατι­θά­σευ­τη δυ­να­μι­κή και την τε­ρά­στια εμ­βέ­λεια τις οποί­ες δια­θέ­τει το άθλη­μα και οι οποί­ες εξι­σώ­νουν το πο­δό­σφαι­ρο με θρη­σκεία. Η διαρ­κής έξαρ­ση της βί­ας στα γή­πε­δα, αν μη τι άλ­λο τo επι­βε­βαιώ­νει.
Το πο­δό­σφαι­ρο έχει απα­σχο­λή­σει ουκ ολί­γους στο­χα­στές, κοι­νω­νιο­λό­γους, φι­λό­σο­φους, δια­νο­ού­με­νους, καλ­λι­τέ­χνες. Κά­ποιοι το προ­σέγ­γι­σαν προ­σθέ­το­ντας στις ιδιό­τη­τές τους και αυ­τήν του φι­λά­θλου, όπως φε­ρ’ ει­πείν ο Γάλ­λος λο­γο­τέ­χνης, φι­λό­σο­φος και νο­μπε­λί­στας Αλ­μπέρ Κα­μύ (1913-1960), ο οποί­ος εί­χε ασχο­λη­θεί ερα­σι­τε­χνι­κά με το πο­δό­σφαι­ρο και έχει γρά­ψει «Οτι­δή­πο­τε γνω­ρί­ζω με σι­γου­ριά για την ηθι­κή και τις ευ­θύ­νες το έχω μά­θει από το πο­δό­σφαι­ρο», ο Σο­βιε­τι­κός μου­σουρ­γός και πια­νί­στας Ντμί­τρι Σο­στα­κό­βιτς (1906-1975), ο οποί­ος υπο­στή­ρι­ζε ότι «Το πο­δό­σφαι­ρο εί­ναι το μπα­λέ­το των μα­ζών» και για τον οποίο το πο­δό­σφαι­ρο απο­τέ­λε­σε και πη­γή έμπνευ­σης, μιας και σε δύο έρ­γα του [Ο Χρυ­σός Αιώ­νας (1929-30), μπα­λέ­το, και Ρω­σι­κός Πο­τα­μός (1944), σουί­τα] υπάρ­χουν άμε­σες και ιδιαί­τε­ρες ανα­φο­ρές σε αυ­τό, ενώ, όπως δια­πι­στώ­νε­ται από την ανά­γνω­ση κει­μέ­νων του –επι­στο­λών κυ­ρί­ως–, θα μπο­ρού­σε να έχει δια­κρι­θεί και ως αθλη­τι­κο­γρά­φος, ο Γάλ­λος συγ­γρα­φέ­ας και αε­ρο­πό­ρος Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυ­πε­ρύ (1900-1944), ο οποί­ος ανέ­φε­ρε ότι «στην αθλη­τι­κή ομά­δα ο άν­θρω­πος ξε­χνώ­ντας τον εαυ­τό του ανα­κα­λύ­πτει τον εαυ­τό του», ο Σο­βιε­τι­κός-Ρώ­σος ποι­η­τής Γε­βγκέ­νι Γε­φτου­σέν­κο (1932-2017), ο οποί­ος, με­τα­ξύ άλ­λων, σχε­τι­κών εί­χε δη­λώ­σει ότι «με­ρι­κές φο­ρές λυ­πά­μαι που δεν έγι­να πο­δο­σφαι­ρι­στής για­τί ο αθλη­τι­σμός, πα­ρά τις μη­χα­νορ­ρα­φί­ες, τα τε­χνά­σμα­τα και τη βρω­μιά, στην ου­σία του εί­ναι πιο κα­θα­ρός από τη λο­γο­τε­χνία», ενώ για το άθλη­μα εν­δια­φε­ρό­ταν και ο Γιάν­νης Ρί­τσος, κα­θώς στο εκτε­τα­μέ­νο αυ­το­βιο­γρα­φι­κό ποί­η­μά του Το τε­ρα­τώ­δες αρι­στούρ­γη­μα ανα­φέ­ρει «βέ­βαια, οι πο­δο­σφαι­ρι­στές όλο κι ανέ­βαι­ναν στην ιε­ραρ­χία των αξιών και με το δί­κιο τους παι­δί μου αν τύ­χαι­νε, μά­λι­στα, να προ­σέ­ξεις μια νύ­χτα τα γκολ­πόστ στα φτω­χό­τε­ρα γή­πε­δα των Κά­τω Λιο­σί­ων μπο­ρού­σες να γρά­ψεις ένα ποί­η­μα με λευ­κό αθλη­τι­κό φα­νε­λά­κι κι ένα λα­στι­χέ­νιο επί­δε­σμο στο ζερ­βί γό­να­τό του…».
Κά­ποιοι άλ­λοι το ανέ­δει­ξαν σε θέ­μα στο οποίο επι­κέ­ντρω­σαν με­λέ­τες τους, όπως ο Γάλ­λος φι­λό­σο­φος Ζαν-Κλωντ Μι­σεά (Michéa, γενν. 1950), ο οποί­ος στο βι­βλίο του Le plus beau but est une passe (Το πιο ωραίο γκολ εί­ναι μια πά­σα, εκ­δό­σεις Flammarion, 2014) υπε­ρα­σπί­ζε­ται το πο­δό­σφαι­ρο, θε­ω­ρώ­ντας το ως συλ­λο­γι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα στην οποία κυ­ριαρ­χεί η αλ­λη­λο­βο­ή­θεια, ο Γερ­μα­νός κοι­νω­νιο­λό­γος Νόρ­μπερτ Ελί­ας (Elias, 1897-1990),          ο οποί­ος 
στο ση­μα­ντι­κό πό­νη­μά του Über den Prozeß der Zivilisation (Για τη δια­δι­κα­σία του εκ­πο­λι­τι­σμού, εκδ. Haus zum Falken, 1939) δια­τυ­πώ­νει την άπο­ψη ότι ο αθλητισμός, και κα­τ’ επέ­κτα­ση το πο­δό­σφαι­ρο, δεν εί­ναι συ­νέ­χεια του πο­λέ­μου με άλ­λα μέ­σα, αλ­λά το πο­λι­τι­σμέ­νο θέ­α­μα της ελεγ­χό­με­νης βί­ας, ο Βρε­τα­νός ιστο­ρι­κός και δια­νο­ού­με­νος Έρικ Χο­μπ­σμπά­ουμ (Hobsbawm, 1917-2012), ο οποί­ος σε διά­λε­ξή του, το 2007, όρι­σε το πο­δό­σφαι­ρο ως «εγ­χει­ρί­διο ανα­πα­ρά­στα­σης των εσω­τε­ρι­κών αντι­θέ­σε­ων της παγκοσμιο­ποί­η­σης», ενώ επε­σή­μα­νε ότι «ού­τε το το­πι­κό, ού­τε το εθνι­κό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό είναι αυτά που προσ­διο­ρί­ζουν την οι­κο­νο­μία του πο­δο­σφαί­ρου, σή­με­ρα», και ο Ιτα­λός μαρξι­στής φι­λό­σο­φος Αντό­νιο Γκράμ­σι (Gramsci, 1891-1937), ο οποί­ος, ζώ­ντας βε­βαί­ως σε μιαν άλ­λη επο­χή, υπο­στή­ρι­ζε ότι το πο­δό­σφαι­ρο εί­ναι το «βα­σί­λειο της αν­θρώ­πι­νης συντρο­φικό­τη­τας που ασκεί­ται σε ελεύ­θε­ρο χώ­ρο». Πο­λύ εν­δια­φέ­ρου­σες από­ψεις αλ­λά και ιστο­ρι­κά στοι­χεία για το άθλη­μα εκ­θέ­τει ο επι­φα­νέ­στε­ρος συγ­γρα­φέ­ας της Ου­ρου­γουά­ης Εδουάρ­δο Γκα­λε­ά­νο (1940-2015) στο βι­βλίο του El fútbol a sol y sombra (Το πο­δό­σφαι­ρο στο φως και στη σκιά, εκδ. Siglo veintiumo, 1995, στα ελ­λη­νι­κά σε με­τά­φρα­ση Γιάν­νη Χρυσο­βέρ­γη από τις εκ­δό­σεις Ελ­λη­νι­κά Γράμ­μα­τα, 1998, και σε τε­λι­κή έκ­δο­ση, σε με­τά­φραση Ισμή­νης Καν­σή, από τις εκ­δό­σεις Πά­πυ­ρος, 2016).
Εκτός, όμως, από τις αναμ­φι­σβή­τη­τες αυ­τές πο­λι­τι­κο­κοι­νω­νι­κές δια­στά­σεις, το ποδόσφαιρο, ως άθλη­μα και θέ­α­μα, δια­θέ­τει και καλ­λι­τε­χνι­κή υπό­στα­ση. Και εί­ναι αυ­τή η οποία δί­νει το δι­καί­ω­μα σε πολ­λούς να το θε­ω­ρούν τέ­χνη. Οι καλ­λι­τε­χνι­κές δια­στά­σεις του τεκ­μη­ριώ­νο­νται κυ­ρί­ως από τις γρα­πτές ή προ­φο­ρι­κές πε­ρι­γρα­φές πο­δο­σφαι­ρι­κών αγώ­νων από διά­φο­ρους δη­μο­σιο­γρά­φους-αθλη­τι­κο­γρά­φους.
Κα­τα­γρά­φου­με, αν­θο­λο­γώ­ντας εν­δει­κτι­κά από τα γρα­φό­με­να και τα λε­γό­με­να των τελευταί­ων μη­νών, έως τε­λευ­ταί­ων ημε­ρών, αντι­στοι­χώ­ντας τα με τις κα­θιε­ρω­μέ­νες, παραστα­τι­κές κυ­ρί­ως, τέ­χνες.
Μπα­λέ­το: (πέ­ραν βε­βαί­ως του προ­μνη­μο­νευ­θέ­ντος ορι­σμού του Σο­στα­κό­βιτς) «με χορευτικές κι­νή­σεις, ξέ­φυ­γε από τον αντί­πα­λό του…» –να μη λη­σμο­νού­με τον «Νου­ρέ­γιεφ» των ελ­λη­νι­κών γη­πέ­δων Βα­σί­λη Χα­τζη­πα­να­γή– «με μια απί­στευ­τη πι­ρου­έ­τα, άδεια­σε τον αμυ­ντι­κό…».
Ζω­γρα­φι­κή
: «εί­ναι ένας παί­χτης που ζω­γρα­φί­ζει στο χορ­τά­ρι».
Ποί­η­ση: «οι κι­νή­σεις του εί­ναι σκέ­τη ποί­η­ση».
Θέ­α­τρο: «κά­νο­ντας θέ­α­τρο υψη­λής υπο­κρι­τι­κής, δεν κέρ­δι­σε απλώς το φά­ουλ, αλ­λά και την απο­βο­λή του αντι­πά­λου του».
Μου­σι­κή: (στην πε­ρί­πτω­ση αυ­τή ο πλού­τος των ευ­ρη­μά­των εί­ναι εντυ­πω­σια­κά με­γά­λος) «ένας πραγ­μα­τι­κός ηγέ­της, ένας μα­έ­στρος, που κα­τηύ­θυ­νε με την μπα­γκέ­τα του συναρπαστι­κά το παι­χνί­δι των συ­μπαι­κτών του…», «όλη η ομά­δα μια κα­λο­κουρ­δι­σμέ­νη ορχή­στρα…», «η ομά­δα δεν ξε­κουρ­δί­στη­κε από τα φάλ­τσα σφυ­ρίγ­μα­τα του διαι­τη­τή…», «εί­ναι ένας ζη­λευ­τός βιρ­τουό­ζος της μπά­λας», «ενορ­χη­στρώ­νει τις επι­θέ­σεις της ομά­δας του με τρό­πο μα­γι­κό», «σο­λίστ», «με αρ­μο­νι­κές κι­νή­σεις», «με στα­θε­ρό γρή­γο­ρο ρυθ­μό», «ομά­δα τό­σο κα­λά ορ­γα­νω­μέ­νη και πει­θαρ­χη­μέ­νη, που μοιά­ζει με συμ­φω­νι­κή ορ­χή­στρα», «με ένα κρε­σέ­ντο από­δο­σης…» – το ντι­μι­νου­έ­ντο αγνο­εί­ται, προ­φα­νώς.
Η γλωσ­σο­λο­γι­κή ανά­λυ­ση αυ­τού του φαι­νο­μέ­νου κα­τα­λή­γει στο συ­μπέ­ρα­σμα ότι η καταφυ­γή σε τέ­τοιες εκ­φρά­σεις, τις πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές δεν απο­τε­λεί επί­δει­ξη γνώ­σε­ων. Του­να­ντί­ον απο­δει­κνύ­ει γλωσ­σι­κή ανε­πάρ­κεια. Και οι εμπλε­κό­με­νοι προ­σπα­θούν με τον τρό­πο αυ­τό να εμπλου­τί­σουν τη φτω­χή γλώσ­σα τους με δά­νεια. Όντως η πο­δο­σφαι­ρι­κή γλώσ­σα εί­ναι –και ανέ­κα­θεν ήταν– φτω­χή, ξύ­λι­νη, τυ­πο­ποι­η­μέ­νη.
Μι­κρό δείγ­μα που τα τεκ­μη­ριώ­νει: Για τους πε­ρισ­σό­τε­ρους αθλη­τι­κούς συ­ντά­κτες οι προπο­νη­τές των ομά­δων δεν έχουν όνο­μα αλ­λά μό­νο ηλι­κία. Συ­χνά, πο­λύ συ­χνά, διαβάζουμε ή ακού­με «…ο 57χρο­νος προ­πο­νη­τής…», «… ο 46ά­χρο­νος κό­ουτς (sic)…» κ.ο.κ. Κά­τι ανά­λο­γο δεν νο­μί­ζου­με ότι συ­να­ντά­ται, με τέ­τοια του­λά­χι­στον συ­χνό­τη­τα, σε άλ­λους το­μείς δη­μο­σιο­γρα­φί­ας.
Το φαι­νό­με­νο αυ­τό, της γλωσ­σι­κής ανε­πάρ­κειας των αθλη­τι­κών δη­μο­σιο­γρά­φων δη­λα­δή, εντά­θη­κε τις τε­λευ­ταί­ες δε­κα­ε­τί­ες, κυ­ρί­ως από το 1990 και με­τά, όταν εί­χε κα­τα­λυ­θεί ήδη το κρα­τι­κό μο­νο­πώ­λιο, πρώ­τα της ρα­διο­φω­νί­ας (1987) και με­τά τη τη­λε­ό­ρα­σης (1989), ενώ κο­ρυ­φώ­θη­κε με την εμ­φά­νι­ση της συν­δρο­μη­τι­κής τη­λε­ό­ρα­σης (1994). Η βε­βια­σμέ­νη οργάνω­ση των νέ­ων ρα­διο­τη­λε­ο­πτι­κών φο­ρέ­ων εί­χε ως ανα­πό­φευ­κτο απο­τέ­λε­σμα να στελε­χω­θούν και με ανει­δί­κευ­τους δη­μο­σιο­γρά­φους που τους χα­ρα­κτή­ρι­ζαν συ­νή­θως η γλωσ­σι­κή ανε­πάρ­κεια, η ημι­μά­θεια και η επι­πο­λαιό­τη­τα. Ας μη λη­σμο­νού­με ότι στις επο­χές εκεί­νες (δε­κα­ε­τία 1990-2000) εί­χαν κα­τα­γρα­φεί στη χώ­ρα πε­ρισ­σό­τε­ροι από 1.000 –ναι, χίλιοι– ρα­διο­φω­νι­κοί σταθ­μοί (Αν­δρέ­ας Ρου­με­λιώ­της) και πε­ρί­που 150 τη­λε­ο­πτι­κοί σταθμοί. Πώς να στε­λε­χω­θούν, λοι­πόν, όλοι αυ­τοί, εν μια νυ­κτί, με άξιους και επαρ­κείς δημο­σιο­γρά­φους; Εμ­φα­νέ­στε­ρο ήταν, όπως προ­α­να­φέρ­θη­κε, το φαι­νό­με­νο αυ­τό στον τομέα της αθλη­τι­κής δη­μο­σιο­γρα­φί­ας. Εί­χαν, δυ­στυ­χώς, πα­ρέλ­θει ανε­πι­στρε­πτί οι επο­χές που τους φι­λά­θλους «δο­νού­σε του Δια­κο­γιάν­νη η φω­νή». Οι άξιοι και επαρ­κείς υπήρ­χαν και πά­ντα θα υπάρ­χουν. Άλ­λο όμως 3 στους 10 και άλ­λο 5 στους 100 ή στους 1.000. Τι έχουν ακού­σει τα αυ­τιά μας και τι έχουν δει τα μά­τια μας την τε­λευ­ταία, κυ­ρί­ως, εικοσαετία, δύ­σκο­λα μπο­ρεί να γί­νει πι­στευ­τό. Κι όμως «η ομά­δα αυ­το­κτό­νη­σε από μό­νη της» ή «μό­λις πα­ρα­κο­λου­θή­σα­με ένα πε­ντά­λε­πτο φο­βε­ρής διάρ­κειας». Στην πε­ρι­γρα­φή, αυ­τό το τε­λευ­ταίο, από τον Κώ­στα Βερ­νί­κο, του τε­λι­κού του Μου­ντιάλ του 2006 με­τα­ξύ Ιταλί­ας και Γαλ­λί­ας, που διε­ξή­χθη στη Γερ­μα­νία. Ήταν, θυ­μί­ζου­με, ο αγώ­νας που στιγματίστη­κε από τη με­γά­λη ανοη­σία, ενός με­γά­λου παί­χτη: του Ζι­νε­ντίν Ζι­ντάν (Zinedine Zidane).
Το γλωσ­σι­κό ζή­τη­μα των αθλη­τι­κο­γρά­φων ή αθλη­τι­κών δη­μο­σιο­γρά­φων –ή «δημοσιογράφων»– εκτεί­νε­ται και σε ένα ακό­μη πε­δίο. Της σω­στής προ­φο­ράς και της εκφο­ράς στα ελλη­νι­κά όρων και, κυ­ρί­ως, ονο­μά­των αλ­λο­δα­πών αθλη­τών. Ο γρά­φων θυμάται έντο­να δια­μά­χη την οποία εί­χε πα­λιό­τε­ρα με ομά­δα αθλη­τι­κο­γρά­φων όταν τους επε­σή­μα­νε ότι τα ξέ­να ονό­μα­τα και όροι, που έχουν εν­σω­μα­τω­θεί ως άκλι­τα στη γλώσ­σα μας, δεν έχουν πληθυ­ντι­κό: εν­δει­κτι­κά εί­χε ανα­φέ­ρει ως λαν­θα­σμέ­να τα κόρ­νερς, φά­ουλς, πέ­ναλ­τις – Πόσες φο­ρές τα έχου­με ακού­σει ως μπέ­ναλ­τις. Σχε­δόν με κα­τα­σπά­ρα­ξαν αρνούμε­νοι το ορθόν της πα­ρα­τή­ρη­σης. Όταν όμως τους ρώ­τη­σα για­τί πο­τέ δεν λέ­τε ή δεν γρά­φε­τε «πέ­τυ­χε δυο γκολς», πε­ριέ­πε­σαν σε με­λαγ­χο­λι­κή σι­γή.
Μουσική: (στην περίπτωση αυτή ο πλούτος των ευρημάτων είναι εντυπωσιακά μεγάλος) «ένας πραγματικός ηγέτης, ένας μαέστρος, που κατηύθυνε με την μπαγκέτα του συναρπαστικά το παιχνίδι των συμπαικτών του…», «όλη η ομάδα μια καλοκουρδισμένη ορχήστρα…», «η ομάδα δεν ξεκουρδίστηκε από τα φάλτσα σφυρίγματα του διαιτητή…», «είναι ένας ζηλευτός βιρτουόζος της μπάλας», «ενορχηστρώνει τις επιθέσεις της ομάδας του με τρόπο μαγικό», «σολίστ», «με αρμονικές κινήσεις», «με σταθερό γρήγορο ρυθμό», «ομάδα τόσο καλά οργανωμένη και πειθαρχημένη, που μοιάζει με συμφωνική ορχήστρα», «με ένα κρεσέντο απόδοσης…» – το ντιμινουέντο αγνοείται, προφανώς.
Η πα­ρα­κο­λού­θη­ση με­ρι­κών από τους αγώ­νες του πρό­σφα­του Πα­γκο­σμί­ου Κυ­πέλ­λου Ποδοσφαί­ρου οδή­γη­σε στη δια­πί­στω­ση ότι σε αυ­τόν τον το­μέα, των όρων, οι πε­ρι­γρα­φές έχουν βελ­τιω­θεί ση­μα­ντι­κά, στην προ­φο­ρά όμως των ονο­μά­των των πο­δο­σφαι­ρι­στών –και ενί­ο­τε των πα­ρα­γό­ντων– η κα­τά­στα­ση πα­ρα­μέ­νει απο­γοη­τευ­τι­κή. Ου­δείς, ωστό­σο, μπόρεσε να αντα­γω­νι­στεί την ιστο­ρι­κή πε­ρι­γρα­φή του τε­λι­κού του Ευ­ρω­παϊ­κού Κυ­πέλ­λου Πο­δο­σφαί­ρου του 1996 που έφε­ρε την υπο­γρα­φή του Μα­νώ­λη Μαυ­ρομ­μά­τη (πε­ρί αυ­τής κα­τω­τέ­ρω). Εύ­λο­γο το ερώ­τη­μα: για­τί πριν από την έναρ­ξη ενός αγώ­να ο δη­μο­σιο­γρά­φος που εί­ναι επι­φορ­τι­σμέ­νος με το κα­θή­κον της πε­ρι­γρα­φής δεν φρο­ντί­ζει να ενη­με­ρω­θεί για τη σω­στή προ­φο­ρά των ονο­μά­των των πο­δο­σφαι­ρι­στών από έναν ομο­ε­θνή αυ­τών συνάδελ­φό του, που βρί­σκε­ται στον ίδιο χώ­ρο από τον οποίο πρό­κει­ται να γί­νει η πε­ρι­γρα­φή;
Το συ­νη­θέ­στε­ρο εν προ­κει­μέ­νω λά­θος που δια­πράτ­τουν οι αθλη­τι­κο­γρά­φοι αφο­ρά την προ­έ­λευ­ση των πο­δο­σφαι­ρι­στών και των σχε­τι­κών με το πο­δό­σφαι­ρο όρων. Θε­ω­ρούν ότι όλοι τους εί­ναι Άγ­γλοι ή αγ­γλό­φω­νοι, τέ­λος πά­ντων, ή έχουν αγ­γλι­κή προ­έ­λευ­ση. Εξη­γεί­ται έτσι το γε­γο­νός ότι οι πε­ρισ­σό­τε­ροι γρά­φουν ή ομι­λούν για την Αρί­να (sic), έστω κι αν αυ­τή βρί­σκε­ται στη Γερ­μα­νία –φε­ρ’ ει­πείν Allianz Arena (έδρα της Μπά­γιερν Μο­νά­χου)– ή στη Ρω­σία Σα­μά­ρα Αρέ­να (στο πρό­σφα­το Μου­ντιάλ διε­ξή­χθη εκεί στις 7 Ιου­λί­ου ο αγώ­νας Αγγλί­ας-Σου­η­δί­ας· ο αθλη­τι­κο­γρά­φος που έκα­νε την πε­ρι­γρα­φή επέ­με­νε από την αρ­χή μέχρι το τέ­λος ότι «ο αγώ­νας θα διε­ξα­χθεί – διε­ξά­γε­ται – διε­ξή­χθη – στη Σα­μά­ρα Αρί­να»). Ποιος νοιά­ζε­ται τώ­ρα για την κα­τα­γω­γή της λέ­ξης.
Ας θυ­μη­θού­με, όμως, την ιστο­ρι­κή πε­ρι­γρα­φή του Μα­νώ­λη Μαυ­ρομ­μά­τη, ο οποί­ος υπήρ­ξε και ευ­ρω­βου­λευ­τής της Ν.Δ. (2004-2009). Επι­κε­φα­λής της ομά­δας των αθλη­τι­κών δημοσιογρά­φων της ΕΡΤ στην απο­στο­λή κά­λυ­ψης του Ευ­ρω­παϊ­κού Κυ­πέλ­λου Ποδοσφαίρου του 1996, που διε­ξή­χθη στην Αγ­γλία, ex officio ανέ­λα­βε την πε­ρι­γρα­φή του τε­λι­κού αγώ­να της διορ­γά­νω­σης. Ου­δείς αμ­φι­σβη­τεί τις γνώ­σεις του στον το­μέα του ποδοσφαί­ρου. Πε­ριέ­πε­σε, όμως, στο αμάρ­τη­μα της υπερ­βο­λι­κής αυ­το­πε­ποί­θη­σης. Πί­στε­ψε ότι τα ξέ­ρει όλα και όλα σω­στά! Δε­δο­μέ­νης της ιτα­λι­κής παι­δεί­ας του –έχει σπου­δά­σει στη Ρώ­μη– πρό­φε­ρε σω­στά τα ονό­μα­τα των Ιτα­λών, των Ισπα­νών και ίσως των Πορ­το­γά­λων και των Άγ­γλων πο­δο­σφαι­ρι­στών. Των Γάλ­λων, όμως, και των Γερ­μα­νών; Οι τε­λευ­ταί­οι προκάλε­σαν το δη­μο­σιο­γρα­φι­κό Βα­τερ­λώ του, μια και έλα­χε ο τε­λι­κός του θε­σμού, το 1996, να διε­ξα­χθεί με­τα­ξύ Γερ­μα­νί­ας και Τσε­χί­ας. Στον αγώ­να, ο οποί­ος διε­ξή­χθη στο πε­ρί­φη­μο Γου­έ­μπλεϋ, στις 30 Ιου­νί­ου 1996, ο δη­μο­σιο­γρά­φος Μαυ­ρομ­μά­της, έγι­νε «δημοσιογράφος» Μαυ­ρομ­μά­της. Από τους 13 πο­δο­σφαι­ρι­στές που χρη­σι­μο­ποί­η­σε ο προπο­νη­τής της Εθνι­κής Γερ­μα­νί­ας Μπέρ­τι Φογ­κτς (Berti Vogts), τα ονό­μα­τα των 9 –ναι, των εν­νέα– τα πρό­φε­ρε λά­θος, τα επώ­νυ­μά τους κυ­ρί­ως: τον Köpke-Κέπ­κε, τον με­το­νό­μα­σε σε Κόπ­κε (αχ, αυ­τά τα Umlaut), τον Matthias Sammer-Μα­τί­ας Ζά­μερ σε Ματ­θί­ας Σά­μερ, τον Scholl-Σολ σε Σκόλ, τον Häßler-Χέ­σλερ σε Χά­σλερ, τον Babbel-Μπά­μπελ σε Μπέι­μπελ, τον Ziege-Τσή­γκε σε Ζιέ­γκε, τον Jürgen Klinsmann-Γύρ­γκεν Κλίν­σμαν σε Γιούρ­γκεν Κλί­σμαν, τον Dieter Eilts-Ντί­τερ Άιλτς σε Ντιέτρ Έιλτς και, τέ­λος, τη χρυ­σή αλ­λα­γή του αγώ­να, που χά­ρι­σε τη νί­κη στους Γερ­μα­νούς, τον Oliver Bierhoff-Όλι­φερ Μπίρ­χοφ τον ανα­βά­πτι­σε σε Όλι­βερ Μπιέρ­χοφ!
Στα του πρό­σφα­του πα­ρελ­θό­ντος το επώ­νυ­μο του Γερ­μα­νού τουρ­κι­κής κα­τα­γω­γής Mesut Özil εί­ναι αυ­τό που έχει πραγ­μα­τι­κά δει­νο­πα­θή­σει. Ου­δείς Έλ­λη­νας αθλη­τι­κο­γρά­φος το έχει προ­φέ­ρει ολο­κλη­ρω­τι­κά σω­στά. Οι πε­ρισ­σό­τε­ροι το προ­φέ­ρουν Οζίλ. Κά­ποιοι υποψιασμένοι το προ­φέ­ρουν Εζίλ – εί­δες τα Umlaut; Το σω­στό, όμως, Ετσίλ, ποιος; Το όνομα του πα­λιού Γάλ­λου πο­δο­σφαι­ρι­στή και νυν προ­πο­νη­τή της Εθνι­κής ομά­δας της Γαλλί­ας Didier Deschamps έχει προ­κα­λέ­σει δη­μο­σιο­γρα­φι­κό δι­χα­σμό. Άλ­λοι το προ­φέ­ρουν Ντι­ντιέ –με­ρι­κοί, λι­γο­στοί ευ­τυ­χώς, Ντι­ντιέρ– Ντε­σάμπ και άλ­λοι, προ­φα­νώς γαλ­λο­μα­θείς αυ­τοί ή, έστω, τα­ξι­δε­μέ­νοι Ντι­ντιέ Ντε­σάν, που εί­ναι και το σω­στό – η πε­ρί­φη­μη Λε­ω­φό­ρος των Ηλυ­σί­ων Πε­δί­ων (Champs-Elysées) στο Πα­ρί­σι, ας δεί­ξει τον δρό­μο σε αυ­τούς που κάνουν λά­θος.
Στις πε­ρι­γρα­φές εντο­πί­στη­καν αρ­κε­τά πα­ρό­μοια αμαρ­τή­μα­τα. Υπεν­θυ­μί­ζου­με ότι οι με­τα­δό­σεις έγι­ναν από την ΕΡΤ, όπου, ως γνω­στόν, ου­δείς λο­γο­δο­τεί και τα αμαρ­τή­μα­τα ουδέπο­τε πλη­ρώ­νο­νται. Προ­φτά­σα­με να κα­τα­γρά­ψου­με με­ρι­κά σφάλ­μα­τα όπως αυ­τά που αφο­ρούν τους Δα­νούς πο­δο­σφαι­ρι­στές Cornelius και Delaney των οποί­ων τα επώ­νυ­μα αποδό­θη­καν ως Κορ­νή­λιους και Ντι­λέι­νι, του Γάλ­λου Hernandez που ονο­μά­στη­κε Χερνάντεζ, των Γερ­μα­νών Rüdiger, Hector και Kroos, που θα ανα­ρω­τιό­ντου­σαν αν εί­ναι αυτοί αν άκου­γαν τα ονό­μα­τά τους ως Ρού­ντι­γκερ (αχ, αυ­τά τα Umlaut), Έκτωρ και Κρος, και του Πο­λω­νού Góralski που απο­δό­θη­κε ως Γκο­ράλ­σκι. Αν αυ­τοί που απέ­δω­σαν έτσι το όνο­μα του τε­λευ­ταί­ου ήταν πραγ­μα­τι­κοί φι­λό­μου­σοι, θα γνώ­ρι­ζαν ότι έπρε­πε να τον αποκα­λέ­σουν Γκου­ράλ­σκι, ανα­λο­γι­ζό­με­νοι τον σπου­δαίο, όσο και δη­μο­φι­λή –κυ­ρί­ως χά­ρις στη συ­γκλο­νι­στι­κή Τρί­τη Συμ­φω­νία του– σύγ­χρο­νο Πο­λω­νό μου­σουρ­γό Henryk Górecki (1933-2010). Η σωστή προ­φο­ρά του επω­νύ­μου του εί­ναι Γκου­ρέ­τσκι.
Αλ­λά τι να ζη­τή­σει κα­νείς από αυ­τούς. Ού­τε τα απλά πε­ρί μου­σι­κής δεν κα­τέ­χουν. Έχουν περά­σει, βε­βαί­ως, κά­μπο­σα χρό­νια αλ­λά το αμί­μη­το πα­ρα­μέ­νει αμί­μη­το! Σε κα­θη­με­ρι­νή εφημε­ρί­δα δη­μο­σιεύ­τη­κε σχό­λιο για την επι­κεί­με­νη τό­τε (2006) φι­λι­κή ανα­μέ­τρη­ση στην Αυστρα­λία ανά­με­σα στην Εθνι­κή πο­δο­σφαι­ρι­κή ομά­δα της χώ­ρας και τη δι­κή μας Εθνι­κή. Ο συ­ντά­κτης του σχο­λί­ου εφηύ­ρε νέα αν­δρι­κή φω­νή γρά­φο­ντας επί λέ­ξει: «… τον εθνι­κό ύμνο θα τον ψά­λει ο διά­ση­μος σο­πρά­νο Δη­μή­τρης Κο­πα­νά­κης».

Εφημερίδα «Ελεύθερος Άνθρωπος» (1937)
Υ.Γ. Την σή­με­ρον ημέ­ραν, με τις πο­λυά­ριθ­μες δυ­να­τό­τη­τες ψη­φια­κής ηχο­γρά­φη­σης και μαγνη­το­σκό­πη­σης, το «έπεα πτε­ρό­ε­ντα» έχει κα­ταρ­γη­θεί. Όλα πλέ­ον ανή­κουν στην κατηγορία «scripta manent».
*Δά­νειο από το ποί­η­μα «Ο Δα­ρεί­ος» (1917) του Κ. Π. Κα­βά­φη, Όμως μες σ’ όλη του την ταρα­χή και το κα­κό, επί­μο­να κ’ η ποι­η­τι­κή ιδέα πά­ει κι έρ­χε­ται.
 
ΠΗΓΗ: περιοδικό ΧΑΡΤΗΣ 1 {ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2019}
...................................

Ο Γιώργος Β. Μονεμβασίτης (Γύ­θειο 1947). Σπού­δα­σε στη Σχο­λή Πο­λι­τι­κών Μη­χα­νι­κών του ΕΜΠ. Υπήρ­ξε βα­σι­κό μέ­λος της Μι­κτής Χο­ρω­δί­ας του ΕΜΠ και σο­λίστ κλα­σι­κής κι­θά­ρας στις εκ­δη­λώ­σεις της.  Κρι­τι­κός και σχο­λια­στής των μου­σι­κών δρω­μέ­νων, κει­με­νο­γρά­φος προ­γραμ­μά­των μου­σι­κών εκ­δη­λώ­σε­ων και μου­σι­κών εκ­δό­σε­ων, κα­θώς και πα­ρα­γω­γός-πα­ρου­σια­στής μου­σι­κών εκ­πο­μπών . Καθηγητής σε δη­μο­σιο­γρα­φι­κές σχο­λές Ιστο­ρία της Μου­σι­κής, Τέ­χνη και Τε­χνι­κή του Ρα­διο­φώ­νου, κα­θώς και Μου­σι­κή Επι­κοι­νω­νία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου